Η Φόνισσα, που εκδόθηκε το 1912, είναι ένα εντελώς ανθρώπινο και ξεκάθαρα «ελληνικό» θρίλερ, επαναφέρει οικογενειακά τραύματα και μνήμες, ενώ – δικαίως – θεωρείται ένα από τα πιο σημαντικά έργα της νεοελληνικής λογοτεχνίας.
Πριν από έναν αιώνα η πένα του Αλέξανδρου Παπαδιαμάντη μας χάρισε το πιο σκληρό κείμενο που γράφτηκε ποτέ στην ελληνική λογοτεχνία. Ένα κείμενο, που ακόμα καταφέρνει να μας ελκύει με έναν αλλόκοτο και σκοτεινό τρόπο. Η “Φόνισσα“, που εκδόθηκε το 1912, είναι ένα εντελώς ανθρώπινο και ξεκάθαρα «ελληνικό» θρίλερ. Αποτελεί μια – από κάθε άποψη – τρομακτική σύλληψη του Παπαδιαμάντη, τόσο υπερβολική, αλλά και τόσο καλογραμμένη, ώστε να ακούγεται απόλυτα αληθινή. Ένα long seller και παράλληλα best seller, που αντί να δίνει έτοιμες απαντήσεις, μας γεννά περισσότερα ερωτήματα – ακριβώς, δηλαδή, όπως κάνουν τα μεγάλα μυθιστορήματα. Απλώς, στο τέλος μάς χαρίζει την εικόνα μιας ηλικιωμένης γυναίκας που περνάει ένα θαλασσινό πέρασμα και χάνεται για πάντα, «εις το ήμισυ του δρόμου, μεταξύ της θείας και της ανθρώπινης δικαιοσύνης».
Ο αγώνας της γυναίκας για τη διασφάλιση της αξιοπρεπούς διαβίωσής της σε μια «κοινωνία φτιαγμένη για άντρες» αποτυπώνεται στους έντονους προβληματισμούς της Φόνισσας. Το κείμενο έχει δεχθεί μία σειρά αναλύσεων τόσο από λογοτεχνικής, όσο και από κοινωνικής, ψυχολογικής, αλλά και εγκληματολογικής – ποινικής προσέγγισης. Ο τρόπος που ο συγγραφέας προσπάθησε να διεισδύσει στην ψυχή της ηρωίδας θεωρήθηκε μοναδικός, την στιγμή που παράλληλα μεταφέρεται στον αναγνώστη ο ευρύτερος περίγυρος του νησιού, η θέση της γυναίκας στη μικρή κοινωνία και οι αντιθέσεις μεταξύ των φτωχών χωρικών και των ανώτερων κοινωνικά στρωμάτων.

Η «Φόνισσα» έχει εμπνεύσει κατά καιρούς πολλούς δημιουργούς, ενώ αποτελεί και ένα από τα συγγραφικά έργα που έχουν δραματοποιηθεί πολλάκις από πολλούς Έλληνες σκηνοθέτες. Θεωρείται το κορυφαίο μυθιστόρημα του Αλέξανδρου Παπαδιαμάντη και ένα από τα πιο εμβληματικά έργα της νεοελληνικής, αλλά και της διεθνούς λογοτεχνίας. Έχει ανεβεί στη σκηνή ως θεατρική παράσταση, έχοντας δεχθεί μία σειρά διασκευών από πολλούς Έλληνες σκηνοθέτες. Το 1974 γυρίστηκε ως κινηματογραφική ταινία, σε σκηνοθεσία του Κώστα Φέρρη, με πρωταγωνίστρια τη Μαρία Αλκαίου. Το 1993 γυρίστηκε κι άλλη ταινία που προβλήθηκε στην ΕΡΤ σαν μικρή σειρά τριών επεισοδίων. Το 2014 ανέβηκε στη σκηνή ως όπερα από την Εθνική Λυρική Σκηνή.
Το 2023 μεταφέρθηκε στον κινηματογράφο με την Εύα Νάθενα να αναλαμβάνει την σκηνοθεσία και την Καρυοφυλλιά Καραμπέτη στον πρωταγωνιστικό ρόλο της «Φόνισσας». Σε συνεργασία με τη δοκιμασμένη Κατερίνα Μπέη στο σενάριο (“Ευτυχία”, “Τα Καλύτερά μας Χρόνια”, “Η Λίζα και Όλοι οι Άλλοι”, “Θηλυκή Εταιρία”), υπέγραψαν ένα μεγαλεπήβολο ντεμπούτο που κατάφερε να γίνει σημείο αναφοράς τουλάχιστον στο σύγχρονο εμπορικό ελληνικό σινεμά. Ένα συναρπαστικό κινηματογραφικό εγχείρημα, που συνδυάζει το καλλιτεχνικό όραμα με την ικανότητα της αφήγησης. Ένα εγχείρημα που έχει απήχηση πολύ μετά τους τίτλους τέλους.
Το αρχετυπικό ελληνικό θρίλερ: Κλειστές κοινωνίες, κλειστά στόματα και θύματα γυναίκες
Η δράση της ιστορίας εξελίσσεται στη Σκιάθο, κατά τα τέλη του 19ου αιώνα. Ένα νησί που απέχει πολύ από τον ειδυλλιακό τουριστικό προορισμό του σήμερα. Είναι ένας τόπος φτωχικός, ανεμοδαρμένος, αφιλόξενος. Οι άντρες βρίσκουν δουλειά στη θάλασσα, οι γυναίκες μένουν πίσω να παλεύουν με όλες τις δυσκολίες. Κεντρικό πρόσωπο του έργου είναι η Φραγκογιαννού, μια ηλικιωμένη χήρα.
Η Φραγκογιαννού έχει ζήσει μια βασανισμένη ζωή. Φροντίζει τις γυναίκες με τις γνώσεις που είχε για τα βότανα, τους ξεγεννάει τα παιδιά, ή τα σκοτώνει όταν είναι κορίτσια και δεν τα έχουν ανάγκη. Η πείρα την δίδαξε ότι η ζωή για μια γυναίκα είναι γεμάτη στενοχώριες. Πιστεύει ότι η γέννηση ενός κοριτσιού φέρνει μόνο δυστυχία. Και στο ίδιο το κορίτσι, αλλά και στους γονείς του, ιδίως αν είναι φτωχοί. Μην ξεχνάμε, πως εκείνα τα χρόνια τα κορίτσια παντρεύονταν μόνο και αν η οικογένειά τους μπορούσε να δώσει προίκα στον γαμπρό. Οπότε, στην ουσία μιλάμε για μία αγοραπωλησία, που φυσικά γινόταν ερήμην των επιθυμιών της γυναίκας.


Η χρόνια συσσώρευση συναισθημάτων θλίψης, θυμού και δυστυχίας από τη μια, καθώς και η συναισθηματική, πνευματική και σωματική κούραση από μια ζωή που ουσιαστικά δε ζει για την ίδια, αλλά για να υπηρετεί τους άλλους, επικεντρώνονται στη ρίζα του κακού που για εκείνη είναι το να γεννιέσαι κορίτσι σε φτωχή οικογένεια. Η εμμονή της αυτή – με τις δυσκολίες που πράγματι αντιμετωπίζουν οι φτωχές οικογένειες στην προσπάθεια τους να αποκαταστήσουν τα κορίτσια τους, σε συνδυασμό με τις δικές της αναμνήσεις – την οδηγεί στην απόφαση πως πράττει καλό με το να σώσει τις οικογένειες αυτές από το βάρος και την ευθύνη των κοριτσιών τους. Και πράγματι, ενώ στην αρχή παραδεχόταν και η ίδια πως αυτά είναι μόνο σκέψεις και πως δε θα μπορούσε να πράξει κάτι τέτοιο, όσο περισσότερο στο μυαλό της «στροβιλίζονταν» αυτές οι σκέψεις, τόσο περισσότερο «ψήλωνε ο νους της».
Γραμμένη στην καθαρεύουσα, η «Φόνισσα» αποτελείται από 17 κεφάλαια και δημοσιεύτηκε για πρώτη φορά στο περιοδικό «Παναθήναια» σε συνέχειες, από τον Ιανουάριο έως τον Ιούνιο του 1903, έχοντας ως υπότιτλο «κοινωνικόν μυθιστόρημα». Ο Παπαδιαμάντης φαίνεται πως αμειβόταν με 20- 30 δραχμές στη σελίδα. Ως βιβλίο, κυκλοφόρησε πρώτη φορά το 1912 από τον εκδοτικό οίκο του Γεωργίου Φέξη. Στην έκδοση αυτή, περιλαμβάνονται ακόμα πέντε διηγήματα του συγγραφέα.

Η μορφή της δολοφόνου – τιμωρού Φραγκογιαννούς, που εν πλήρει συνειδήσει σκοτώνει ως ελευθερώτρια μικρά κορίτσια για να τα λυτρώσει από τα βάσανα, προκάλεσε έντονες αντιδράσεις. Εύστοχα, ο Παπαδιαμάντης δεν επιλέγει στρατόπεδο, δεν δικαιολογεί ούτε κατακεραυνώνει την ηρωίδα του, απλώς εκθέτει τα γεγονότα και τις αιτίες, που τα προκάλεσαν, αφήνοντας το θεατή να βγάλει τα δικά του συμπεράσματα. Αυτό για την εποχή ήταν εξαιρετικά ανατρεπτικό, επειδή ακριβώς ο μεγάλος λογοτέχνης γράφει για μία γυναίκα, που διαπράττει το πιο φρικτό έγκλημα και μάλιστα κατά συρροή. Παράλληλα, στη «Φόνισσα» ο Παπαδιαμάντης αποτυπώνει τη μεταβατική περίοδο του ελληνικού κράτους που απελευθερωμένο από την τουρκική κυριαρχία, αναζητάει τη δική του ταυτότητα και καταγράφει κοινωνικές ανισότητες, αλλά και την άνοδο της αστικής τάξης, που εκείνη την περίοδο αρχίζει να ανασυγκροτείται.
Στην αρχή της ιστορίας, βλέπουμε τη Φραγκογιαννού να ξενυχτάει για μέρες, δίπλα στην κούνια της άρρωστης, νεογέννητης εγγονής της. Τότε, περνούν από το μυαλό της όλες οι δύσκολες στιγμές της ζωή της. Η κούραση και η αϋπνία, την κάνουν να παραλογίζεται και σκοτώνει το μωρό. Αν και αρχικά νιώθει τύψεις, κατά βάθος δεν μετανιώνει για την πράξη της. Τα εγκλήματα συνεχίζονται και παρόλο που η ίδια δεν συνειδητοποιεί ακριβώς το κακό που κάνει, αρχίζει να νιώθει φοβερές τύψεις. Η αστυνομία, κάποια στιγμή, την υποψιάζεται και η Φραγκογιαννού θα προσπαθήσει να ξεφύγει στα βουνά.
Ποια θα είναι η τύχη της τελικά; Θα καταφέρει να σωθεί ή θα τιμωρηθεί για τα εγκλήματά της; Θα την κρίνει άραγε «η δικαιοσύνη του Θεού» ή «η δικαιοσύνη των ανθρώπων»;
Η εγκληματική δράση της Φόνισσας και η επιστροφή στο τραυματικό παρελθόν
Η πρωταγωνίστρια του διηγήματος, η Φραγκογιαννού, ή αλλιώς Χαδούλα, χήρα του Γιάννη Φράγκου, είναι μητέρα επτά παιδιών. Έχει τέσσερα αγόρια και τρία κορίτσια και έχει αναθρέψει τα παιδιά της μόνη ως επί το πλείστον, αφού ο άντρας της έχει πεθάνει εδώ και χρόνια. Τα παιδιά της ήταν ο Σταθαρός, ο Γιαλής (και οι δυο είχαν «μπαρκάρει» για την Αμερική), ο Μιχάλης (ή Μούρος, ή Μούτρος ή Μώρος) και το τελευταίο αγόρι, ο Μητράκης. Τα κορίτσια ήταν η Δελχαρώ που ακολουθούσε μετά το πρώτο αγόρι, η Αμέρσα και τέλος η μικρότερη όλων, η Κρινιώ.
Με τα δυο πρώτα αγόρια να είναι ναυτικοί, στο διήγημα μαθαίνουμε σε μια εκτενή περιγραφή κατά της διάρκεια της “ενθύμησης” της Φραγκογιαννούς, ότι ο Μώρος εκτίει 20ετή ποινή για τη δολοφονία ενός ναυτικού. Για τον τελευταίο γιο δεν γίνεται λόγος, ενώ περιορισμένο σχετικά ρόλο έχει και η μικρότερη κόρη, το Κρινιώ. Αντίθετα, συχνά γίνεται λόγος για την Αμέρσα, τη “γεροντοκόρη” ή το “σερνικοθήλυκο”, η οποία όμως ουκ ολίγες φορές κερδίζει το σεβασμό της μητέρας της με τη στάση της ως “φρόνιμη” και γενναία. Τέλος, η πρωτότοκη κόρη της Χαδούλας, η Δελχαρώ, θα μπορούσε να θεωρηθεί ως ο “καταλύτης” που “αναγκάζει” τη μητέρα της να αντιμετωπίσει την πραγματικότητα της και ταυτόχρονα την κοινωνική πραγματικότητα της εποχής, που αντιμετωπίζουν όλοι όσοι έχουν κόρες και αναγκάζονται να τις αποκαταστήσουν. Η Δελχαρώ είναι εκείνη που παρουσιάζει στη μητέρα της την “ευκαιρία” για ενδοσκόπηση και ίσως και να την οδηγήσει στο μονοπάτι της χειραφέτησης και συγκρότησης της δικής της ταυτότητας, μιας ταυτότητας που δεν αποτελεί προϊόν ετεροκαθορισμού. Ως αφετηρία του “ταξιδιού” αυτού λογίζεται η φροντίδα που παρέχει η Χαδούλα στην εγγονή της, τη νεογέννητη κόρη της Δελχαρώς.



Η εγκληματική δράση της Φόνισσας αποτελεί μια ακραία μορφή ανθρωποκτονίας εκ προθέσεως. Μολονότι τα θύματά της είναι ανήλικα κοριτσάκια, η Φόνισσα δεν μπορεί να χαρακτηριστεί παιδοκτόνος, αφού βάσει του Π.Κ. η παιδοκτονία είναι ένα έγκλημα που διαπράττεται μόνο από τις μητέρες και πιο συγκεκριμένα, αφορά τη μητέρα που με πρόθεση σκότωσε το παιδί της κατά τον τοκετό ή μετά τον τοκετό, αλλά ενώ εξακολουθούσε ακόμη διατάραξη του οργανισμού της από τον τοκετό.
Η Φόνισσα σκοτώνει για ιδεοληπτικούς λόγους. Διέπεται από θρησκευτικές εμμονές, φτάνοντας στο πιο ακραίο σημείο να πιστέψει ότι λειτουργεί ως το χέρι του Θεού και σκοτώνει τα μικρά κορίτσια για να τα απαλλάξει από τα βάσανα του φύλου τους. Βάσανα που στην κλειστή τοπική κοινότητα και στο πλαίσιο της παραδοσιακής κοινωνίας έπαιρναν τρομακτικές διαστάσεις. Υπό αυτή την έννοια, θα μπορούσαμε να πούμε ότι η δολοφονία των ανήλικων κοριτσιών λειτουργεί σε ένα συμβολικό επίπεδο για την Φόνισσα, ασκώντας ισχυρές επιδράσεις στη δική της ψυχοσύνθεση, καθώς την “λυτρώνουν” από τα δεινά που τελικά και η ίδια πέρασε ως γυναίκα – ως κόρη και αργότερα ως σύζυγος και μητέρα – σε μια συντηρητική και κλειστή κοινωνία. Απαντά, συνεπώς, ακραία και βίαια σε μία μεγάλη κοινωνική αδικία και διαπράττει το πιο ειδεχθές έγκλημα, σε βάρος του εαυτού της πρωτίστως και στη συνέχεια σε βάρος όλου του γυναικείου φύλου, το οποίο θέλει να “αφανίσει” για να αναγεννηθεί ίσως από τις στάχτες του.
Ζει σε μια εποχή κατά την οποία ισχύει σαφώς ο θεσμός της προίκας. Η προίκα – πέρα από το κοινωνικό βάρος που “κουβαλούσε” ως θεσμός – συνιστούσε και πραγματικά δυσβάσταχτο φορτίο για τις οικογένειες που είχαν κορίτσια και επιθυμούσαν να τα παντρέψουν. Ειδικά, οι οικογένειες που είχαν πολλά κορίτσια ή μόνο κορίτσια, πλήττονταν σοβαρά τόσο από τις προϋποθέσεις που όφειλαν να πληρούν αν ήθελαν να παντρέψουν τις κόρες τους, όσο και από τις συνέπειες του να μην καταφέρουν να ανταποκριθούν στις απαιτήσεις και να καταντήσουν οι κόρες τους “γεροντοκόρες”. Ζώντας, λοιπόν, σε αυτήν την εποχή της “αγοραπωλησίας”, όπου το να γεννιούνται κορίτσια σε μια οικογένεια θεωρούταν μεγάλο δυστύχημα και οι οικογένειες αυτών επωμίζονταν δυσβάσταχτο βάρος -συνθήκη στην οποία πολύ συχνά δεν μπορούσαν να ανταποκριθούν, η Χαδούλα αποτελεί χαρακτηριστικό παράδειγμα κοριτσιού που έπεσε θύμα αυτού του θεσμού, τόσο από το δικό της οικογενειακό περιβάλλον όσο και από την οικογένεια που εκείνη δημιούργησε αργότερα.


Το οικογενειακό της περιβάλλον έδρασε σύμφωνα με τις επιταγές της εποχής, σύμφωνα με τις οποίες έπρεπε να την προικίσουν προκειμένου να παντρευτεί. Από τις αναμνήσεις της ίδιας μαθαίνουμε πως ο πατέρας της ήταν καλός, συνετός και εργατικός άνθρωπος. Αντίθετα, η μητέρα της ήταν κακιά και φθονερή. Μάλιστα, ήξερε μάγια τα οποία εφάρμοζε συχνά και ήταν εκείνη που μύησε την Χαδούλα στον κόσμο των βοτάνων και των ψευτοφαρμάκων με τα οποία η Χαδούλα ενίσχυε το πολύ μικρό εισόδημα της.
Η μητέρα της έπαιξε καθοριστικό ρόλο στη συγκρότηση της κοσμοθεωρίας της Φραγκογιαννούς για τα κορίτσια και το βάρος που επωμίζονται οι γονείς τους, αφού και η ίδια λάμβανε την ίδια μεταχείριση από τη μητέρα της. Μάλιστα, κατά τη διαδικασία της συμφωνίας της προίκας αλλά και γενικά η Χαδούλα όχι μόνο δεν έλαβε βοήθεια και υποστήριξη από τους γονείς της αλλά αντίθετα περιγράφει την όλη διαδικασία ως “κουκούλωμα”. Ο τρόπος με τον οποίον την προίκισαν και την πάντρεψαν είναι δηλωτικός της ανακούφισής τους και της βιασύνης τους (κυρίως της μητέρας) να την ‘ξεφορτωθούν’. Το πιο θλιβερό γεγονός ήταν ίσως ότι την προίκισαν με ένα σπίτι ετοιμόρροπο, ένα χωράφι στέρφο σε βορεινό σημείο και ένα μποστάνι “διαφιλονικούμενον” με το γείτονά της. Αυτό, σε συνδυασμό με τη σκληρή στάση της μητέρας της να αποτρέπει οποιαδήποτε προσπάθεια της Χαδούλας να παρακαλέσει για ευνοϊκότερες συνθήκες στο ξεκίνημα του έγγαμου βίου της, αλλά και το κρυφό κομπόδεμα που επί σειρά ετών η μητέρα της συγκέντρωνε και δε διέθεσε ποτέ ούτε ένα γρόσι (νόμισμα της εποχής) υπέρ της κόρης της, από κοινού συνομολογούν στο πόσο μόνη, ανυπεράσπιστη και παραγκωνισμένη ένιωθε η «Φόνισσα» από την ίδια της την οικογένεια.

Ο Αλέξανδρος Παπαδιαμάντης έφερε στο φως μία φρικτή πραγματικότητα για έναν άγραφο νόμο
Ο Αλέξανδρος Παπαδιαμάντης γεννήθηκε το Μάρτιο του 1851 στη Σκιάθο. Ήταν γιος του ιερέα Αδαμάντιου Εμμανουήλ και της Αγγελικής (κόρης Αλέξανδρου Μωραϊτίδη). Από ένα δικό του, λιτό βιογραφικό σημείωμα, μαθαίνουμε τα εξής για εκείνον:
Τελείωσε το Ελληνικό Σχολείο στη Σκιάθο το 1863 και το 1867 εστάλη στο Γυμνάσιο της Χαλκίδας για να “ακούσει”, όπως αναφέρει ο ίδιος, την Α΄ και Β΄τάξη. Ολοκληρώνει την Γ τάξη του Γυμνασίου στον Πειραιά, ενώ τελικά παίρνει το απολυτήριο του Γυμνασίου από τη Βαρβάκειο το 1874. Τον Ιούλιο του 1872, επισκέπτεται το Άγιο Όρος, όπου και παραμένει για μερικούς μήνες. Τέλος, το 1874 εγγράφεται στη Φιλοσοφική Σχολή στην Αθήνα, από όπου όμως ποτέ δεν αποφοίτησε και γράφει το πρώτο του λυρικό ποίημα για τη μητέρα του. Η βαθύτατα θρησκευτική του φύση, που γίνεται αντιληπτή μέσω της ενασχόλησής του με τις αγιογραφίες, αλλά κυρίως με τη γαλήνη και την αφοσίωση με την οποία ψάλλει στην εκκλησία, όπως παραθέτουν εκείνοι που τον γνώριζαν, αποτελεί το κατεξοχήν γνώρισμα του.
Υπήρξε ο πρώτος επαγγελματίας συγγραφέας στην Ελλάδα, με την έννοια ότι έγραφε για να βιοποριστεί. Όσο ζούσε όμως, δεν ευτύχησε να δει ούτε μια μικρή συλλογή διηγημάτων του τυπωμένη σε βιβλίο – ήταν όλα τους διασκορπισμένα σε εφημερίδες και περιοδικά. Το πρώτο του δημοσιευμένο έργο είναι το μυθιστόρημα « Η μετανάστις» στην εφημερίδα «Νεολόγος». Το 1881 δημοσιεύεται στο περιοδικό «Σωτήρας» ένα θρησκευτικό ποίημα του και ακολουθεί το 1882 «Οι Έμποροι των Εθνών» στην εφημερίδα «Μη χάνεσαι», ενώ παράλληλα εργάζεται ως μεταφραστής. Αργότερα, θα ακολουθήσουν περίπου εκατό διηγήματα, τα οποία δημοσιεύονται σε διάφορα περιοδικά και εφημερίδες. Το 1884 αρχίζει να δημοσιεύει σε συνέχειες το μυθιστόρημά του, «Γυφτοπούλα», στην εφημερίδα «Ακρόπολη», ενώ στην ίδια εφημερίδα εργάζεται από το 1892 έως το 1897 ως τακτικός συνεργάτης. Από το 1902 ως το 1904, μένει στη Σκιάθο και δημοσιεύει τη «Φόνισσα». Στις 13 Μαρτίου 1908 γιορτάζεται η 25ετηρίδα του στα ελληνικά γράμματα, στον σύλλογο «Παρνασσό», υπό την αιγίδα της Μαρίας Βοναπάρτη. Ύστερα από αυτό, επιστρέφει στην πατρίδα του όπου και παραμένει ως το τέλος της ζωής του. Απομονωμένη φιγούρα, εστίασε στην απεικόνιση των αγώνων των φτωχών και των πνευματικών στοχασμών, δίνοντάς του το επίθετο «κοσμοκαλόγερος». Πέθανε από πνευμονία στη γενέτειρά του το 1911, αφήνοντας μια λογοτεχνική κληρονομιά που ξεπερνά τον ταπεινό τρόπο ζωής του.
Υπήρξε ένας από τους πιο σπουδαίους νεοέλληνες λογοτέχνες. Με τη “Φόνισσα” θεωρήθηκε ότι ο Παπαδιαμάντης υπερέβη το πορτρέτο του ηθογράφου διηγηματογράφου και έφερε στην επιφάνεια και άλλα σημαντικά χαρακτηριστικά της συγγραφικής του δεινότητας, επιτυγχάνοντας να αναδειχθεί σε έναν από τους πιο αξιόλογους ψυχογράφους και σε έναν γλαφυρό καταγραφέα της κοινωνικής πραγματικότητας. Κατά συνέπεια, το έργο μπορεί αβίαστα να ενταχθεί στο είδος του «κοινωνικού μυθιστορήματος» – αυτός άλλωστε είναι και ο χαρακτηρισμός που του αποδίδει ο ίδιος ο δημιουργός, όπως για παράδειγμα στην αντίστοιχη ξενόγλωσση πνευματική δημιουργία κατατάσσονται τα μυθιστορήματα του Ε. Ζολά.



Δεν γνωρίζουμε ακριβώς πότε συνέλαβε την ιδέα, ούτε πού και ποτέ την ολοκλήρωσε, καθώς το αυθεντικό χειρόγραφο έχει χαθεί. Το σίγουρο πάντως, είναι πως εκείνη την περίοδο ο Παπαδιαμάντης αντιμετώπισε σοβαρά προβλήματα με την υγεία του και οικονομικές δυσχέρειες, που τον είχαν καταβάλει ψυχολογικά. Η γυναικοκτονία στην επαρχία τότε ήταν μία αρκετά συνηθισμένη πρακτική, προκειμένου οι οικογένειες να εξασφαλίζουν την ακίνητη περιουσία τους. Αυτό το κοινό μυστικό ο Παπαδιαμάντης το ήξερε καλά, όχι όμως και οι κάτοικοι των αστικών κέντρων στους οποίους απευθυνόταν, οι οποίοι υποδέχθηκαν το μυθιστόρημα με ανάμεικτα συναισθήματα. Το ίδιο συνέβη και με τους κριτικούς, που αντιμετώπισαν αμήχανα αυτό το πρωτοποριακό για την εποχή του κείμενο, το οποίο έπρεπε να περιμένει περίπου μία δεκαετία για να βρει τη θέση που δικαιωματικά του αξίζει. Μόνο ο Παύλος Νιρβάνας τόλμησε να μιλήσει ανοιχτά για την αξία του βιβλίου, αλλά και για τη θέση της γυναίκας, όπως την αποτύπωσε ο Παπαδιαμάντης.
Αναμφίβολα, το παρελθόν δύναται να ασκήσει ισχυρές επιδράσεις στη ζωή των ατόμων. Η διαδρομή που διαγράφει η Φόνισσα μέχρι να φτάσει στο σημείο να διαπράξει τα αποτρόπαια εγκλήματά της, θυμίζει σε αρκετά σημεία την πορεία ψυχο-εγκληματικών μορφών της σημερινής εποχής και κοινωνίας, καθιστώντας επιτακτική για τους ανθρώπους την ανάγκη να επουλώσουν τις πληγές του παρελθόντος, για να προχωρήσουν με μεγαλύτερη δύναμη στο παρόν και το μέλλον. Εξίσου, όμως, επιτακτική είναι η ανάγκη να βελτιωθούν εκείνες οι κοινωνικές συνθήκες που καθιστούν τη ζωή ατόμων και ομάδων πληθυσμού πολύ δύσκολη έως και ανυπόφορη.


