Όχι άλλα φωνητικά & ανοιχτή ακρόαση σε δημόσιους χώρους, Όχι άλλο κάρβουνο

speaker phone public banner

Αν και συχνά προσφέρει ευκολία, η επιλογή της ανοιχτής ακρόασης ενός τηλεφωνήματος ή ενός φωνητικού μηνύματος μπορεί να μετατραπεί από χρήσιμη και πρακτική, σε (πραγματικά) πολύ ενοχλητική εμπειρία.

Στον υπερσυνδεδεμένο κόσμο του σήμερα, τα τηλέφωνά μας σπάνια αφήνουν τα χέρια μας ή τα αυτιά μας. Είτε πρόκειται για μια γρήγορη συζήτηση με ένα πρόσωπο δικό μας, είτε για ένα meeting εν κινήσει, η επικοινωνία συμβαίνει παντού: στα πεζοδρόμια, στα καφέ, στα μέσα μαζικής μεταφοράς και στις αίθουσες αναμονής μιας δημόσιας υπηρεσίας. Ωστόσο, όλο και πιο συχνά, αυτή τείνει να γίνεται φωναχτά.

Όλοι έχουμε αυτόν τον έναν φίλο που του κάνουμε μια απλή ερώτηση και μας απαντά με φωνητικό μήνυμα διάρκειας δύο λεπτών (μίνιμουμ). Κι αν δεν έχουμε γνωρίσει κανέναν τέτοιο, ίσως είμαστε εμείς οι ίδιοι. Και στις δύο περιπτώσεις πάντως, είτε το κάνουμε, είτε μας το κάνουν η πρόθεση δεν είναι κακή. Κάθε άλλο: Οι άνθρωποι στέλνουμε φωνητικά για να εκφράσουμε τα συναισθήματά μας ή επειδή είμαστε στον δρόμο, αλλά θέλουμε διακαώς να απαντήσουμε.

people are finally getting fined for using their phone on speaker in public

Η επιλογή της των φωνητικών μηνυμάτων ή της ανοιχτής ακρόασης, που κάποτε προοριζόταν για ιδιωτική χρήση στο σπίτι ή στο γραφείο, έχει πλέον καθιερωθεί και στους δημόσιους χώρους. Προσφέρει ευκολία, λειτουργία hands-free και, μερικές φορές, τη δυνατότητα να συμπεριλάβουμε και άλλους ανθρώπους γύρω μας σε μια συνομιλία. Όμως, όσο χρήσιμη και αν είναι, η χρήση του ηχείου σε δημόσιους χώρους μπορεί γρήγορα να μετατραπεί σε μια τεράστια πηγή ενόχλησης.

Πού είναι, λοιπόν, το όριο; Πότε η χρήση του ηχείου γίνεται μια ένδειξη κακής συμπεριφοράς και πότε είναι απολύτως αποδεκτή;

Σήμερα, η ταχύτητα ζωής, οι δραματικές αλλαγές σε όλους τους τομείς της ζωής, η πανδημία και άλλοι παράγοντες έχουν “στείλει” κάποιους από τους κανόνες καλής συμπεριφοράς στον κάδο των αχρήστων, κατηγορώντας τους ως παρωχημένους – ακόμα κι αγκυλωτικούς – στις σχέσεις μας με τους άλλους ανθρώπους. Η ανοιχτή ακρόαση μιας ιδιωτικής συνομιλίας και τα φωνητικά μηνύματα εμπίπτουν ακριβώς σε αυτό το πλαίσιο.

Οι τρόποι επικοινωνίας έχουν αλλάξει (δυστυχώς) και οι συνήθειες της πανδημίας μετατράπηκαν σε καταραμένες κυρίαρχες τάσεις στην μετα-lockdown εποχή. Όλη την ημέρα ανταλλάσσουμε μηνύματα. Κάνουμε και τίποτα άλλο; Όλα τα υπόλοιπα, κάποιες φορές, μοιάζουν με μικρά διαλείμματα σε μια ατέρμονη κατάσταση πληκτρολόγησης – είτε αυτή γίνεται μέσω των smartphone, είτε μέσω των υπολογιστών μας. Όπως έχει διαμορφωθεί η λατινική αλφάβητος στα πληκτρολόγιά μας, έτσι έχει προσαρμοστεί και η καθημερινότητά μας επάνω τους. Έχουμε υπερφορτωθεί με μηνύματα και ίσως γι’ αυτό πολλοί άνθρωποι πλέον έχουν στραφεί στην χρήση των φωνητικών μηνυμάτων.

Κάτι που επιβεβαιώνεται και σε σχετική έρευνα της YouGov σε ενήλικες των ΗΠΑ, που διεξήχθη για λογαριασμό του Vox, όπου έδειξε ότι το 62% των Αμερικανών έχει στείλει τουλάχιστον μια φορά φωνητικό και περίπου το 30% επικοινωνεί κατ’ αυτόν τον τρόπο σε καθημερινή βάση.

depositphotos 419730114 l

Τα ηχητικά μηνύματα, η ανοιχτή ακρόαση και η έκρηξή τους

Προσωπικά, εντοπίζω την έντονη εμφάνιση αυτής της τάσης κατά την διάρκεια των πρώτων lockdown, όταν η πανδημία τότε μας έκλεισε στο σπίτι και η ζωή μπήκε σε μία παύση. Ξαφνικά, σαν να κινούμασταν όλοι με την ίδια ταχύτητα, δεν προπορευόταν κάποιος, είχαμε όλοι κοινή αφετηρία (το κρεβάτι μας) και την ίδια κατάληξη (και πάλι το κρεβάτι μας). Αφού, λοιπόν, βρισκόμασταν όλοι μεταξύ καναπέ και γραφείου, κουζίνας και κρεβατοκάμαρας, η επικοινωνία μέσω φωνητικών μηνυμάτων έσπαγε την μοναξιά, μας έφερνε κατά κάποιον τρόπο πιο κοντά. Ο – πολλές φορές – απρόσωπος γραπτός λόγος έδωσε την θέση του στον πιο «προσωπικό» και «αληθινό» προφορικό. Πατούσες το εικονίδιο του μικροφώνου στο chat και μιλούσες ακατάπαυστα. «Έλα, εδώ μωρέ, ξέρεις, τα ίδια, (γέλια), άκου να δεις. Σήμερα είπα να φτιάξω τις ντουλάπες» και μπλα μπλα μπλα…

Αντίστοιχα και η ανοιχτή ακρόαση, αν και υπήρχε ως δυνατότητα πολλά χρόνια νωρίτερα, βίωσε στιγμές δόξας εκείνη την περίοδο. Αν δεν μοιραζόσουν το ίδιο σπίτι με κάποιον άλλον, δεν υπήρχε λόγος να μην μιλήσεις με ανοιχτή ακρόαση. Ούτε κάποιος θα σε παρεξηγούσε, ούτε θα ντρεπόσουν για κάποιον σχολιασμό που θα γινόταν κατά την διάρκεια της συζήτησης. Εσύ και τα ντουβάρια, μόνοι σας, ακούγατε όσα λεγόντουσαν – εκτός και αν είσαι ο Ανδρουλάκης, γιατί θα σε άκουγε και ο πρωθυπουργός της χώρας.

Όμως τότε, αγαπητέ και αγαπητή μου, είχα χρόνο να σε ακούσω. Μπορούσα να αφιερώσω όχι μόνο ένα ή δύο λεπτά, αλλά ΟΣΟ ΧΡΟΝΟ ΘΕΣ για να σε ακούσω να μιλάς περί ανέμων και υδάτων, γκομενικών και επαγγελματικών, οικογενειακών και αδιάφορων θεμάτων. Όταν έστελνες απανωτά φωνητικά, είχα την δυνατότητα να ανατρέξω στον καθένα απ’ αυτά για να θυμηθώ κάτι που είπες και να το σχολιάσω με το πάσο μου. Δεν απαιτούσες «κάτι» -χρόνο δηλαδή- από μένα αφού ήξερες ότι είμαι «εκεί» για σένα. Τώρα όμως;

Η καθιέρωσή τους

Όταν άνοιξαν οι «πύλες» της ζωής και επανήλθαμε στην κανονικότητα, αρπάξαμε την ζωή από τα μαλλιά και ξεχυθήκαμε στους δρόμους. Και που καταλήξαμε; Με το κινητό στο χέρι να ακουμπάει οριακά τα χείλη για να στείλουμε φωνητικό ή να μιλάμε με ενεργοποιημένη την ανοιχτή ακρόαση. Αν κάτι μας έμεινε από εκείνη την περίοδο «αυτοβελτίωσης» και εγκλεισμού, είναι αυτή η καταραμένη τάση, ο τρόπος με τον οποίο συνηθίσαμε -εγώ ποτέ- να επικοινωνούμε.

Ανοιχτή ακρόαση, φωνές και απανωτά φωνητικά, είναι παντού γύρω μας. Στις κυλιόμενες του μετρό, στην ουρά του σούπερ μάρκετ, την ώρα που περπατάμε, τις στιγμές που είμαστε κολλημένοι στην κίνηση, σε κάποιο αστικό που είναι “πήχτρα” ή στο γραφείο ανάμεσα σε συναδέλφους. Μία μόνιμη οχλαγωγία κυριεύει την ζωή μας και δεν ξέρω πώς μπορούμε να ξεφύγουμε από τα μηνύματα που αντί για «χαρακτήρες», παρουσιάζουν μία κυματομορφή.

voicemail public

Σε έναν κόσμο όπου η προσωπική μας ζωή είναι πιο δημόσια από ποτέ, η κατανόηση των ορίων της ευγενικής επικοινωνίας δεν ήταν ποτέ πιο σημαντική. Αυτό που είναι βολικό για ένα άτομο δεν είναι πάντα το ίδιο βολικό για τους γύρω του. Οι δημόσιοι χώροι είναι κοινόχρηστα περιβάλλοντα και ο τρόπος με τον οποίο συμπεριφερόμαστε σε αυτά επηρεάζει όλους τους άλλους που βρίσκονται εκεί. Μια ιδιωτική τηλεφωνική κλήση γίνεται κάτι εντελώς διαφορετικό όταν μεταδίδεται σε ένα καφέ ή σε ένα μετρό. Έτσι, το ζήτημα δεν αφορά μόνο τον θόρυβο, αλλά και την ιδιωτικότητα, τον σεβασμό και την κοινωνική ευαισθησία.

Οι περισσότεροι από εμάς δεν θα σηκωνόμασταν σε ένα εστιατόριο και θα αρχίζαμε να διαβάζουμε ένα προσωπικό email δυνατά σε όλους τους παρευρισκόμενους. Γιατί, όμως, δεν ισχύει το ίδιο και με όσους και όσες “λατρεύουν” την ανοιχτή ακρόαση και τα φωνητικά μηνύματα; Ίσως, επειδή έχουν φοβηθεί να είναι αποκομμένοι με τα ακουστικά; Μήπως τους ληστέψουν ή τους χτυπήσουν; Ίσως, επειδή όλοι είναι πάνω από το κινητό; Μπορεί να μην το ‘χουν τόσο με τα γραπτά μηνύματα τύπου sms, viber, whatsapp και messenger; Ίσως και τίποτα απ’ όλα αυτά.

Και ενώ, όπως είπαμε παραπάνω, τα φωνητικά εμφανίστηκαν έντονα στη ζωή μας λόγω παρουσίας άπειρου χρόνου, συνεχίζουν τώρα, σε κάποιες περιπτώσεις, να προτιμώνται λόγω απουσίας του. Οι φίλοι μου λένε ότι στέλνουν φωνητικά μηνύματα, όταν δεν προλαβαίνουν να γράψουν. Και πώς να τους κακολογήσω; Καταλαβαίνω ότι όταν ο χρόνος πιέζει και πρέπει να επικοινωνήσεις με κάποιον, αντί να τον πάρεις τηλέφωνο του στέλνεις φωνητικό. Το αποδέχομαι και προχωράω. Τι γίνεται, όμως, με αυτές τις περιπτώσεις όπου το φωνητικό είναι ένα σκέτο «Ναι, ok»«Συμφωνώ»«Όπως τα λες» ή «Τα λέμε το βράδυ»;

Το πρόβλημα της ιδιωτικότητας

Ένα από τα μεγαλύτερα προβλήματα με τη χρήση του ανοιχτής ακρόασης και των φωνητικών είναι ότι καταργούν το φράγμα μεταξύ ιδιωτικής και δημόσιας συνομιλίας. Όταν μιλάτε στο ανοιχτό μικρόφωνο, όλοι γύρω σας γίνονται ακροατές. Ακούν όχι μόνο τη δική σας πλευρά της συνομιλίας, αλλά συχνά και τη φωνή του ατόμου στην άλλη άκρη της γραμμής, το οποίο μπορεί να μην συνειδητοποιεί ότι το ακούνε. Αυτό δημιουργεί μια σειρά προβλημάτων.

Προσωπικά ή ευαίσθητα θέματα -ζητήματα υγείας, οικονομικά θέματα, οικογενειακές διαμάχες- εκτίθενται ξαφνικά σε εντελώς άγνωστους ανθρώπους. Ακόμη και σε πιο ανεπίσημες συνομιλίες, μπορεί να είναι δυσάρεστο ή ενοχλητικό για τους παρευρισκόμενους να ακούνε λεπτομέρειες από τη ζωή κάποιου άλλου, στις οποίες δεν ζήτησαν να συμμετέχουν. Και ας μην ξεχνάμε το άτομο στην άλλη άκρη της γραμμής. Αν δεν γνωρίζει ότι βρίσκεται σε ανοιχτή ακρόαση, μπορεί να μοιραστεί χωρίς να το ξέρει κάτι που διαφορετικά δεν θα είχε πει. Αυτό αποτελεί παραβίαση της εμπιστοσύνης του και, ενδεχομένως, της ιδιωτικής του ζωής.

Οι απαιτήσεις των φωνητικών μηνυμάτων

Σε αντίθεση με τα γραπτά μηνύματα, τα φωνητικά απαιτούν από τον παραλήπτη να αφιερώσει χρόνο, να σταματήσει ό,τι κάνει και να επικεντρωθεί στο μήνυμα -λες και δεν είχαμε άλλες δουλειές να κάνουμε, λες και δεν έχουμε ζωή. Σε αντίθεση με τα γραπτά μηνύματα, όπου πατάς το Send και το αφήνεις να υπάρχει στην συνομιλία για να το δει η άλλη πλευρά όταν και όποτε μπορέσει, το φωνητικό είναι σαν «καμπανάκι» που εφιστά την προσοχή σου. Σαν να σου φωνάζει ο άλλος -που μπορεί και να το κάνει- «ΑΚΟΥΣΕ ΜΕ». Πρακτικά, το caps lock του πληκτρολογίου, η λειτουργία δηλαδή που σου επιτρέπει να γράφεις κεφαλαία, μετατράπηκε σε αρχείο ήχου.

kgntllqjkrccbnimbxp5nnddcu

Για να ακούσω το φωνητικό σου μήνυμα, αν είμαι στο γραφείο θα πρέπει να βγω εκτός, αν είμαι έξω θα πρέπει να φορέσω ακουστικά για να σε ακούσω καθαρά -αλλιώς, αναγκαστικά, θα κάνω αυτή την χαζή κίνηση όπου φέρνουμε το ηχείο του κινητού δίπλα στο αυτί- και γενικά θα με αναγκάσεις να κάνω «κάτι» που πιθανότατα με ξεβολεύει. Θα μου πεις, και γιατί να σε νοιάζει αυτό. Ναι, αλλά τότε γιατί μου στέλνεις;

Το τέλος των φωνητικών μηνυμάτων και της ανοιχτής ακρόασης

Αμφιβάλλω αν θα έρθει αυτή η στιγμή, τουλάχιστον σύντομα, όπου θα αφήσουμε πίσω μας αυτή την εκνευριστική συνήθεια. Σε μία εποχή όπου όλοι θεωρούν τον εαυτό τους επίκεντρο του κόσμου, η τάση των φωνητικών μηνυμάτων, αλλά και της ανοιχτής ακρόασης, αναδεικνύει την κυρίαρχη αίσθηση πως όλοι, ανεξαρτήτως συνθηκών, δικαιούνται να κάνουν οτιδήποτε γουστάρουν αρκεί να εκφραστούν.

Ποιοι είμαστε εμείς που θα τους εμποδίσουμε; Οι άνθρωποι που χρησιμοποιούν ανελλιπώς τα φωνητικά και μιλάνε σε ανοιχτή ακρόαση, παραβίασαν και κατέκτησαν τον προσωπικό μας χώρο, τον χρόνο μας. Και για τους κατακτημένους δεν νοιάστηκε ποτέ κανείς.

Αφήστε ένα Σχόλιο

Η ηλ. διεύθυνση σας δεν δημοσιεύεται. Τα υποχρεωτικά πεδία σημειώνονται με *

Κύλιση στην κορυφή