Κορυφή: Από τα πιο γραφικά ορεινά χωριά του Βοΐου, με άγρια ομορφιά και ιστορία

korifi banner

Σ’ έναν κόσμο που αλλάζει συνεχώς, η Κορυφή που σκαρφάλωσε και κρύφθηκε στα βουνά του Βοϊου, διατηρεί ατόφια την παλιά, αυθεντική εικόνα της σαν πολύτιμο κρίκο που την δένει με την παράδοση, αλλά και τις μνήμες ενός μεστού παρελθόντος. Εδώ, όπου το μεγαλείο της φύσης συναντά το μεγαλείο της Ελληνικής φιλοξενίας.

Στα θεμέλια της Πίνδου, ανάμεσα στους γίγαντες του Γράμμου, του Σμόλικα και της Βασιλίτσας βρίσκεται το Βόιο, ένα από τα πιο δασωμένα και πυκνοκατοικημένα βουνά της Ελλάδας. Εδώ, ξεκινούν οι ψηλές οροσειρές, τα περήφανα πέτρινα χωριά και ο μεγαλύτερος ποταμός της χώρας, ο Αλιάκμονας.

465708336 9056326667734081 4410748968253891803 N 1

Οι κατάφυτες και πλούσιες σε νερά πλαγιές του όρους Βόιο βοήθησαν στη δημιουργία ενός δικτύου παραδοσιακών οικισμών. Και όσο όμορφη και ιδιαίτερη είναι η ονομασία αυτών, τόση είναι η ομορφιά και η ιστορία που κρύβουν μέσα τους. Τα λεγόμενα Καστανοχώρια ή Μαστοροχώρια σχηματίζουν ένα ξεχωριστό σύνολο με μοναδική φύση, παράδοση και αρχιτεκτονική.

Η Κορυφή είναι χωριό του Δήμου Βοΐου και συγκαταλέγεται ανάμεσα στα φημισμένα Μαστοροχώρια. Η επίσημη ονομασία είναι “η Κορυφή” και έχει υψόμετρο 941 μέτρα. Το φυσικό τοπίο εναλλάσσεται με κινηματογραφικούς ρυθμούς, από πετρώδες σε πράσινο και από άνυδρο σε ένυδρο, από αστικό σε φυσικό, με τα «Όντρια» να δεσπόζουν δημιουργώντας μια αίσθηση μυστηρίου.

465710277 9056328301067251 3781630491316443927 N 1

Παλιά πέτρινα αρχοντικά με πλούσιους κισσούς στους τοίχους να τα προστατεύουν από τους ανέμους, ψηλά πλατάνια που το καλοκαίρι χαρίζουν απλόχερα σκιά και δροσιά, λιθόστρωτα σοκάκια, μυστικές γωνιές και μια φύση συνάμα άγρια, αλλά και βάλσαμο για την ψυχή.

Θα χαθείτε στα στενά του για λίγη απομόνωση και για να απολαύσετε το τοπίο, θα καθίσετε όμως και στην λιθόστρωτη πλατεία με το πανύψηλο αιωνόβιο πλατάνι που έχει ακούσει μυστικά, καυγάδες, χαρές και τραγούδια για να μοιραστείτε μαζί του τις δικές σας εμπειρίες, αλλά και για να πείτε δυο κουβέντες με τους ντόπιους και να μάθετε την ιστορία του τόπου.

Εάν ο καιρός το επιτρέπει, σημειώστε ότι από το χωριό ξεκινούν διάφορα μονοπάτια που βγάζουν σε πηγάδια, όπως ο Σκάπιτος. Ωστόσο, απαιτείται ιδιαίτερη προσοχή, αφού γύρω από την περιοχή ανά τακτά χρονικά διαστήματα κάνουν την εμφάνιση τους αρκούδες.

567

Την «γουρουνοχαρά», ένα από τα παλιότερα έθιμα του Βοϊου, αναβιώνουν κάθε Δεκέμβρη οι Κορυφιώτες και έτσι τους δίνεται η ευκαιρία για ένα ακόμη αντάμωμα στο αγαπημένο τους χωριό. Οι επισκέπτες έχουν την ευκαιρία να γευθούν τις τσιγαρίδες μέσα σε ένα πανέμορφο τοπίο ,να ακούσουν παραδοσιακή μουσική και να ξαναζωντανεύει  το χωριό από τους χορούς και τα τραγούδια, ενώ το ντόπιο τσίπουρο και το κρασί ρέουν άφθονα.

Τα πέτρινα σοκάκια στην Κορυφή ακόμη μοσχοβολούν από το ζυμωτό ψωμί και τις πίτες που ψήνουν οι νοικοκυρές στα σπίτια τους, οι γέροντες ακόμη διηγούνται τις παλιές ιστορίες του πολέμου και της ξενιτιάς, ενώ τα τοπικά ήθη αποτελούν μέρος της καθημερινότητας. Οι άνθρωποι, απλοί, δημιουργικοί, μα και απέραντα ευγενικοί κάνουν αυτό τον τόπο να παίρνει άλλη διάσταση. Παραμένει ένα χωριό αυθεντικό, γιατί εδώ η τοπική αρχιτεκτονική και η παράδοση αποδεικνύουν την ειλικρινή διάθεση για τη γνήσια διατήρησή τους και όχι απλά μια σκηνογραφική τους ανάπλαση.

Ξεχωρίζει το πετρόχτιστο Δημοτικό Σχολείο της Κορυφής, το οποίο στέκει επιβλητικό με ιστορία 105 χρόνων με τον πλακόστρωτο προαύλιο χώρο του, κάτω από τα δένδρα. Ωστόσο, την μισή περίπου ζωή του (50 ολόκληρα χρόνια) δεν ακούει το κουδούνι να κτυπάει κάθε πρωί και έχει στερηθεί τις παιδικές φωνές και τα γέλια. Πρόκειται για ένα στολίδι γνήσιας παραδοσιακής αρχιτεκτονικής που κλέβει τα βλέμματα και πρωταγωνιστεί σε κάθε δράση που πραγματοποιείται στο χωριό.

Κατά τους καλοκαιρινούς μήνες, η Κορυφή «ξυπνά» από το λήθαργο του χειμώνα, τις χαμηλές θερμοκρασίες και τα χιόνια και ξαναγυρίζει πίσω η ζωή και η κίνηση. Ξανανοίγουν τα καφενεία, στήνονται σούβλες και ο ήχος του κλαρίνου ξεχύνεται στα βουνά και στους λόγγους. 

233080974 1434023866979627 8263017249945048519 N 1
236918623 1434023520312995 8370170166836570492 N 1
489556310 2513401952334442 1231469449806248524 N 1

Η Κορυφή απέχει 72 χιλιόμετρα από την Κοζάνη και 28 χιλιόμετρα από τα Γρεβενά. Στο 67ο χιλιόμετρο την εθνικής οδού Κοζάνης Ιωαννίνων υπάρχει διασταύρωση στα αριστερά, που οδηγεί προς το χωριό. Περνά μέσα από πλούσια βλάστηση, ανεβαίνει σε υψόμετρο πάνω από τα χίλια μέτρα και στο 5ο χιλιόμετρο βρίσκει το χωριό, απλωμένο στις μεσημβρινές πλάγιες του βουνού, αντικριστά στο χιονισμένο Σμόλικα και τη Βασιλίτσα και στις άλλες πευκόφυτες ή γκρίζες κορυφές της Πίνδου.

Βαθιές χαράδρες και μυρόβλητα φαράγγια ξεκινούν απ’ τα ψηλά, για να απολήξουν στο ποτάμι της Πραμόριτσας, που σ’ ένα τόξο από τα νοτιοδυτικά ξεδιπλώνει τις μαιανδρώδεις πτυχές του. Το τμήμα που στεφανώνει το ποτάμι είναι απότομα επικλινές, ενώ βράχοι αυξάνουν τη γραφικότητα του τοπίου. Ανάμεσα σε αυτούς τους βράχους (μπιστιριές) προβάλουν αγέρωχοι και σκυθρωποί η Δρακομπλή (οπλή, πάτημα του δράκου ), του Ζιώρα η μπιστιριά, η Τσουρτσούλα με την κωνική της κορυφή και πιο πέρα – προς τη θέση Γκλάρος του Ντάλλα, η μπιστιριά και το Μπιστιρούλι.

645

Καμία γραπτή ή άλλη μνημειακή μαρτυρία δεν υπάρχει για την ίδρυση του χωριού, εκτός από το παλιό νεκροταφείο στη θέση «Πεθαμένος». Οι τάφοι του νεκροταφείου είναι σαφώς βυζαντινής εποχής, γεγονός που μας οδηγεί στη διαπίστωση ότι στη θέση του σημερινού χωριού υπήρχε οικισμός από τα χρόνια εκείνα.

Στη θέση του από τις αρχές του 18ου αιώνα εμφανίζεται νέο χωριό με το όνομα Μπόρσια. Το νέο χωριό αναγράφεται στον κώδικα της Μονής Ζάβορδας με τη σημείωση ότι μετά το 1692 είχε δύο οικογένειες. Συνεπώς, η ίδρυσή του τοποθετείται στο τέλος του 17ου και στις αρχές του 18ου αιώνα. Μετά τον θάνατο του Αλή Πασά, οι κάτοικοι φρόντισαν να εξαγοράσουν το χωριό τους από τον τσιφλικούχο μπέη Ιμπραήμ Τσάτσου, ο οποίος ζήτησε αποζημίωση 40.000 γρόσια.

Μετά την εξαγορά του χωριού, οι κάτοικοι πέτυχαν με ανθρώπους – κυρίως καλφάδες (πρωτομάστορες) – που είχαν στην Κωνσταντινούπολη, να απαλλαγούν από κάθε είδος φορολογίας και άλλης τουρκικής εκμετάλλευσης. Μετά τον ξεσηκωμό του 1821 και την απελευθέρωση της νότιας Ελλάδας, στην περιοχή έδρασε ο οπλαρχηγός καπετάν-Γεωργάκης Σαλταπίτας. Με λημέρι και ορμητήριο την Κορυφή, είχε γίνει ο φόβος και ο τρόμος των Τούρκων και των Αρβανιτών. Από το 1878 και μετά έδρασε ο οπλαρχηγός Λεωνίδας Χατζημπύρος από τη Σαμαρίνα, ο «Αετός της Πίνδου», όπως τον αποκαλούσαν.

%CE%A3%CF%84%CE%B9%CE%B3%CE%BC%CE%B9%CE%BF%CC%81%CF%84%CF%85%CF%80%CE%BF 2022 12 19 7.20.42 %CF%80%CE%BC 1024x569 1
%CE%88%CE%BB%CE%B5%CE%B3%CF%87%CE%BF%CF%82 36

Το 1940, στον αγώνα ενάντια στον ιταλικό φασισμό, η Κορυφή αντιπροσωπεύθηκε με καθολική συμμετοχή των κατοίκων του χωριού. Οι ικανοί για τα όπλα πολέμησαν στην Πίνδο και στη Βόρεια Ήπειρο. Από το άλλο μέρος οι γυναίκες αψηφώντας τα χιόνια και τις οβίδες, μετέφεραν στη ράχη τους απʼ τον Αι-Γιώργη της Βουχωρίνας στην πρώτη γραμμή του μετώπου πυρομαχικά και τρόφιμα για τις ανάγκες των στρατιωτών που πολεμούσαν. Η ιστορία αναγνώρισε αυτή την προσφορά και έδωσε ξεχωριστή θέση στις γυναίκες εκείνες, στις ηρωίδες της Πίνδου.

Από την Κορυφή πέρασαν τον Νοέμβριο του 1940 τα ελληνικά Συντάγματα για την περιοχή του Επταχωρίου, όπου ο Δαβάκης πολεμούσε τους επιδρομείς. Αργότερα, στη χώρα εισέβαλαν οι σιδηρόφρακτες μεραρχίες του αγκυλωτού σταυρού και μαζί τους εισέβαλαν και οι ντροπιασμένοι της Πίνδου, Ιταλοί. Η εχθρική κατοχή έριξε τη χώρα στο σκοτάδι. Η κατοχή έφερε τη σκλαβιά και η σκλαβιά, εκτός από τα άλλα, έφερε τις στερήσεις και την πείνα. Οι Κορυφιώτες για να συντηρήσουν τις οικογένειες τους, πήγαιναν, πεζοπορώντας τρεις μέρες δρόμο, στην Παραμυθιά Θεσπρωτίας και στους Φιλιάτες για να αγοράσουν και να εμπορευθούν λάδι. Έδιναν χρυσαφικά και ιερά κειμήλια για ένα δοχείο λάδι, που το έφερναν στα καμποχώρια της Εορδαίας, ώστε να το ανταλλάξουν με λίγες οκάδες σιτάρι.

465544703 9056330427733705 6599975734396235913 N 1

Τον Ιούλιο του 1944 οι Γερμανοί επέδραμαν στο χωριό συνοδευόμενοι από φανατισμένους Βούλγαρους και Νοφίτες πλιατσικολόγους. Οι κάτοικοι για άλλη μια φορά κατέφυγαν στα δάση και στις σπηλιές της περιοχής. Και ναι μεν το χωριό γλίτωσε από καθολικό πυρπολισμό, χάρη στο θάρρος και στις ενέργειες του ιερέα Δημητρίου Μέλλιου, αλλά οι κάτοικοι έχασαν όλη την κινητή περιουσία τους, ζώα και υπάρχοντα και θρήνησαν το χαμό δύο συγχωριανών τους, του Κωνσταντίνου Ζαραμπούκα και του Αλέξανδρου Μαρανή, που εκτελέστηκαν στο διπλανό χωριό Κυδωνιές.

Κατά τον εμφύλιο πόλεμο η Κορυφή ήταν κέντρο προσφύγων της γύρω περιοχής. Πρόσφυγες από την Χρυσαυγή, τη Μόρφη, τη Βουχωρίνα, τις Κυδωνιές, το Λείψι, τις Εκκλησιές, τον Άγιο Κοσμά, το Κυπαρίσσι, την Καλλονή και το Τρίκορφο ζήτησαν ασφάλεια στην Κορυφή και για δύο χρόνια φιλοξενήθηκαν από τους Κορυφιώτες.

Πηγές:

Λάζαρος Παπαϊωάννου (1973), “Η Κορυφή Βοϊου: Το χωριό µου.”

Παύλος Αντωνόπουλος (2022), “Κορυφή Βοΐου – Η ιστορία του τόπου και των ανθρώπων του”.

*Χρησιμοποιήθηκαν φωτογραφίες από την ομάδα Κορυφή Βοΐου – Παλιές και Νεότερες Φωτογραφίες στο Facebook. 

Αφήστε ένα Σχόλιο

Η ηλ. διεύθυνση σας δεν δημοσιεύεται. Τα υποχρεωτικά πεδία σημειώνονται με *

Κύλιση στην κορυφή