Είναι άσχημη, άχαρη και σχεδόν κανείς δεν θα την χαρακτηρίσει δείγμα υψηλής αισθητικής. Κι όμως, η λευκή πλαστική καρέκλα, το πιθανότερο να έχει πρωταγωνιστήσει στις πιο αυθεντικές στιγμές της ζωής όσων καταγόμαστε από την Ελλάδα και τα Βαλκάνια.
H πλαστική καρέκλα Monobloc συνδέει διαφορετικά μέρη στον πλανήτη, έχει μπει σε μουσειακούς χώρους, και θεωρείται φαινόμενο του παγκόσμιου σχεδιασμού, το εμβληματικότερο έπιπλο των τελευταίων 100 ετών σύμφωνα με τους New York Times.
Μπορεί να βολευτήκαμε πάνω της σε ένα πανηγύρι στο χωριό τρώγοντας γουρνοπούλα ή και να βουλιάξαμε τα πόδια στην άμμο γέρνοντας στην «πλάτη της» σε μια παραλία, απολαμβάνοντας τη θερινή ραστώνη και την άνεση που προσφέρει. Ενδεχομένως, να κοσμεί την αυλή μας, σετ με το αντίστοιχο λευκό πλαστικό τραπέζι και όλο και σε κάποια καρότσα αγροτικού να την έχει πάρει το μάτι μας σε στοίβα, η μία πάνω στην άλλη.

Η έκρηξη του πλαστικού σε όλο τον πλανήτη στα μέσα της δεκαετίας του ’60 σηματοδοτεί την γέννηση της μονομπλόκ πλαστικής καρέκλας, που σήμερα ονομάζουμε «καρέκλα του τσιγγάνου», καθώς στη συλλογική μνήμη έχει συνυφανθεί άρρηκτα με τους Ρομά πλανόδιους πωλητές που γέμιζαν καρότσες από δαύτες και φώναζαν από τη ντουντούκα «Καρέκλες – τραπέζια», σε μια μυστικιστική λούπα.
Σήμερα, οι περισσότερες από αυτές παρασκευάζονται στην Τουρκία και σε άλλες χώρες με φθηνά εργατικά χέρια περιφερειακά της Ελλάδας. Υπάρχουν ωστόσο και ελληνικά εργοστάσια όπως η Miltoplast που από το 1984 δραστηριοποιείται στην παραγωγή πλαστικών ειδών κήπου και φυσικά στην μπονομπλόκ καρέκλα.
Η δύναμη που έχουν οι αναμνήσεις μας ίσως έπαιξε τον δικό της ρόλο κι έτσι η χαρακτηριστική λευκή πλαστική καρέκλα, ή μονομπλόκ (monobloc) όπως χαρακτηρίζεται διεθνώς, αναδείχθηκε από το T Magazine, το περιοδικό στιλ των New York Times, ως ένα από τα 25 καθοριστικότερα έπιπλα των τελευταίων 100 ετών.


Η καρέκλα του αιώνα βρίσκεται στο σπίτι σας
Είναι το, μάλλον, πιο δημοκρατικό έπιπλο που κατασκευάστηκε ποτέ, όπως έχει ειπωθεί ξανά και ξανά. Δεν υπάρχει κάποιος που δεν έχει αναμετρηθεί με τη λευκή πλαστική καρέκλα ή πιο επίσημα, τη μονομπλόκ καρέκλα, όπως λέγεται λόγω της ενιαίας, με ένα μόνο υλικό, κατασκευής της.
Έχει παραταχθεί σε παραλίες, βεράντες, πλατείες. Έχει υπάρξει όμως και η «μήτρα» για καρέκλες που σημάδεψαν την ιστορία του design και χωράνε μόνο σε ακριβά σαλόνια και μουσεία μοντέρνας τέχνης. Μια βόλτα σε μια οποιαδήποτε μητρόπολη του κόσμου νομοτελειακά θα οδηγήσει πάνω σε μια μονομπλόκ καρέκλα, στοιβαγμένη και κατειλημμένη.

Για τα ελληνικά δεδομένα, θα βρίσκεται στην καρότσα ενός φορτηγού που διαλαλεί την πραμάτεια του. Το ίδιο, όμως, μπορεί να συμβεί και σε ένα εξοχικό σκηνικό, πολλά χιλιόμετρα μακριά από την κοντινότερη πόλη. Η λευκή πλαστική καρέκλα έχει μισηθεί, έστω και ασυνείδητα, ως αντικείμενο που καρατομεί την (υψηλή) αισθητική, μα έχει επιτύχει την απόλυτη εφαρμογή της μαζικότητας της αισθητικής, στην οποία είμαστε όλοι συμμέτοχοι εδώ και δεκαετίες.
Ο Ιθαν Ζούκερμαν, θεωρητικός των μέσων, έχει χαρακτηρίσει τη λευκή καρέκλα ένα αντικείμενο άνευ περιεχομένου και ένα από τα ελάχιστα αντικείμενα που δεν υποδηλώνουν χώρο και χρόνο – αν δείτε μια μονομπλόκ καρέκλα σε ένα φυσικό τοπίο χωρίς άλλα αντικείμενα, θα μπορέσετε να υποθέσετε πότε τραβήχτηκε;

Αυτοί θα μπορούσαν να είναι μερικοί μόνο λόγοι για τους οποίους το T Magazine, δηλαδή το περιοδικό στυλ των New York Times, σε λίστα του με τα 25 καθοριστικότερα έπιπλα των τελευταίων 100 ετών συμπεριέλαβε τη μονομπλόκ καρέκλα, ανάμεσα σε έπιπλα του «υψηλόβαθμου» σχεδιασμού. Ένα κομμάτι που αποτελεί «το αντίδοτο στην ειδωλολατρία του design», που είναι την ίδια στιγμή «το αυθεντικό και η κόπια του», όπως γράφει στο άρθρο ο Μαξ Λάκιν.

Καρέκλα αγνώστου πατρός
Το γεγονός ότι κανείς δεν έχει μια υπεύθυνη απάντηση για το ποιος την κατασκεύασε πρώτος, κάνει τη μονομπλόκ καρέκλα ακόμα περισσότερο κτήμα του λαού της. Πολλοί αποδίδουν τη γέννησή της στον Καναδό σχεδιαστή Ντ. Κ. Σίμπσον που το 1946 κατασκεύασε μια μονοκόμματη λευκή πλαστική καρέκλα, που δεν είναι βέβαια ολόιδια με αυτή που ξέρουμε, ούτε πέρασε στη μαζική παραγωγή.
Στη δεκαετία του ’60 designers όπως ο Χέλμουτ Μπάτζνερ και ο Τζο Κολόμπο έφτιαξαν με τη σειρά τους εκδοχές της λευκής πλαστικής καρέκλας, όμως ακόμη μιλάμε για πιο εκλεπτυσμένες προτάσεις από την κλασική μονομπλόκ.
Θα ήταν ο Βέρνερ Παντόν το 1968, με την καρέκλα Παντόν για τη Vitra αυτός που θα εισήγαγε πρώτος τη μονομπλόκ λογική στο στιβαρό design, σε μια καρέκλα που προσπάθησε να ενστερνιστεί μια sci-fi πολυχρωμία που χαρακτήρισε τη δεκαετία μέσα στην οποία γεννήθηκε.

Αν βέβαια μια καρέκλα άρχισε πραγματικά να μοιάζει με την κλασική λευκή, αυτή ήταν η Fauteuil 300 που σχεδίασε ο Ανρί Μασονέ το 1972. Το 1983 η καρέκλα κήπου που λάνσαρε η εταιρεία Grossfillex θα μας σύστηνε πλέον το πιο λαϊκό κάθισμα το κόσμου και συγχρόνως θα το περνούσε στη μαζική παραγωγή.
Σχεδόν κάθε χώρα στον κόσμο παράγει ή εισάγει τις μονομπλόκ καρέκλες, άλλες με λίγο μεγαλύτερα, άλλες με λίγο μικρότερα κενά στην πλάτη, αλλά ουσιαστικά διαδίδοντας το ίδιο προϊόν στα πέρατα του κόσμου.

Από το κρησφύγετο του Σαντάμ Χουσεΐν στην Εθνική Λυρική Σκηνή
Μπορεί ένα αντικείμενο «υπεράνω πάσης υποψίας» να συνδυάζει στοιχεία προ-μοντερνιστικά, μοντερνιστικά, αλλά και μεταμοντέρνα; Ναι, σύμφωνα με τη συλλογιστική του Γιώργου Τζιρτζιλάκη, καθηγητή στο Τμήμα Αρχιτεκτόνων του Πανεπιστημίου Θεσσαλίας αλλά και με εμπειρία στο κομμάτι του design και την επιμέλεια εκθέσεων.
Το γεγονός ότι η ακριβής καταγωγή του πλαστικού αυτού καθίσματος δεν μπορεί να εντοπιστεί, κάνει το εν λόγω αντικείμενο κάτι αντίστοιχο «με ένα δημοτικό τραγούδι ή ένα ανέκδοτο. Ανήκει δηλαδή, υπό αυτό το πρίσμα, σε μια προνεωτερική κουλτούρα», λέει ο Γιώργος Τζιρτζιλάκης.

Την ίδια στιγμή, όμως, αποτελεί «την κατεξοχήν έκφραση του μεταπολεμικού φιλελευθερισμού. Και με έναν παράδοξο τρόπο και με μια σειρά αντιστροφών, η λευκή μονομπλόκ καρέκλα είναι στη μεταπολεμική περίοδο το πιο μοντερνιστικό έπιπλο». Αυτό που εννοεί ο Γιώργος Τζιρτζιλάκης είναι πως αν αναλογιστούμε τον σκοπό του νεωτερισμού, αυτός ήταν να παράγει φθηνά και καλοσχεδιασμένα έπιπλα για την εργατική τάξη. Ομως, ενώ ο μοντερνισμός ευαγγελίστηκε τον εκδημοκρατισμό των επιθυμιών, κατέληξε να παράγει έργα σχεδιαστών που έγιναν ακριβά.
Τελικά, ένα αντικείμενο όπως η μονομπλόκ καρέκλα, που είναι φορητή, στοιβαζόμενη, αδιάβροχη, καθαρίζεται εύκολα και δεν έχει πολλή διακόσμηση κατάφερε να γίνει «η παρανάγνωση του οράματος του μοντερνισμού», θα καταλήξει ο αρχιτέκτονας.
Σε συνέχεια του άρθρου των New York Times που χαρακτηρίζουν το έπιπλο ως αυθεντικό και κόπια την ίδια στιγμή, ο καθηγητής θα προσθέσει πως η ακύρωση αυτής της διάκρισης-φετίχ για τον δυτικό πολιτισμό, στον οποίο τα πάντα έχουν προέλευση και όσα έπονται οφείλουν να αποδώσουν τα εύσημα, αποτελεί και «την πεμπτουσία του μεταμοντερνισμού».

Το μείγμα χαρακτηριστικών της μονομπλόκ καρέκλας και η έλλειψη συγκείμενου, της έχουν επιτρέψει να βρίσκεται από το κρησφύγετο του Σαντάμ Χουσεΐν, αλλά και να έχει πρωταγωνιστήσει στην οπτική ταυτότητα της Εθνικής Λυρικής Σκηνής.
Κατασκευαστικά, έχει εισαγάγει όμως και άλλες καινοτομίες όπως την κατάργηση της έννοιας του τεχνίτη. Με έναν τρόπο, τα στοιχεία αυτά που διαχωρίστηκαν κάποτε με την πλαστική καρέκλα, δηλαδή η ομοιομορφία και η τέχνη του κατασκευαστή, έρχονται σήμερα να ξαναενωθούν.
Κατά τον Γιώργο Τζιρτζιλάκη, δημοφιλείς τα τελευταία χρόνια σκανδιναβικές αλυσίδες επίπλων που όλοι γνωρίζουμε «από τη μία προτείνουν απλά σχήματα και σχέδια που θα μπουν σε κάθε σπίτι, κάτι που είναι απότοκο αυτής της καρέκλας. Την ίδια στιγμή, ως συναρμολογούμενα, επαναφέρουν με έναν τρόπο ξανά την έννοια του τεχνήτη». Τελικά, η σημερινή «fast fashion των επίπλων» έχει καταγωγή και αυτή λέγεται μονομπλόκ καρέκλα.

Από τις αυλές στα σαλόνια
Και μέσα από τα μάτια ενός designer, η μονομπλόκ καρέκλα έχει καινοτομίες να αναδείξει. «Οταν πάμε να κατασκευάζουμε ένα έπιπλο κοιτάμε να έχει κάποιες ιδιότητες, τις οποίες η μονομπλόκ καρέκλα τις πληροί 100%», λέει ο σχεδιαστής επίπλων Ιωάννης Σολωμόζης, ιδρυτής της εταιρείας SØLØ.
Και εξηγεί: «Μπορεί αρχικά να παραχθεί με ανακυκλωμένο πλαστικό. Δεύτερον, κατά την κατασκευή της δεν υπάρχει καθόλου φύρα». Το κάθισμα δημιουργείται με χύτευση με έγχυση («injection molding»), δηλαδή το υγρό υλικό (πολυπροπυλένιο) μπαίνει στο αρνητικό καλούπι και στη συνέχεια στεγνώνει. Ο Ιωάννης Σολωμόζης έχει χρησιμοποιήσει τη συγκεκριμένη τεχνοτροπία, όχι για τη δημιουργία κάποιας καρέκλας, αλλά για διακοσμητικά γλυπτά.

Η λευκή πλαστική καρέκλα στα πιο σημαντικά έπιπλα του κόσμου
Τη λευκή πλαστική καρέκλα ξεχωρίζουν οι New York Times ως ένα από τα 25 πιο σημαντικά έπιπλα των τελευταίων 100 ετών.
Μάλιστα, είναι αξιοσημείωτο το ότι η λευκή πλαστική καρέκλα συγκαταλέγεται στη λίστα με τα 25 έπιπλα που καθόρισαν το design τα τελευταία 100 χρόνια, αν και κανείς δεν γνωρίζει «ποιος την σχεδίασε» ή πότε ακριβώς, όπως επισημαίνει το δημοσίευμα.
Οι New York Times δημοσίευσαν το συγκεκριμένο αφιέρωμα στο περιοδικό T-magazine, αφού συνέθεσαν μία ομάδα ειδικών για να ξεχωρίσει τα πιο σημαντικά έπιπλα του αιώνα. Τρεις σχεδιαστές, ένας επιμελητής μουσείου, ένας καλλιτέχνης και μια ηθοποιός με γνώσεις σχεδιασμού αποτέλεσαν την ειδική ομάδα των New York Times, που διερωτάται εάν η πλαστική καρέκλα «είναι η πιο σημαντική καρέκλα της εποχής μας».

«Όταν το περιοδικό T ζήτησε από μια ομάδα ειδικών να επιλέξουν τα 25 πιο σημαντικά έπιπλα από τα τελευταία 100 χρόνια, συμπεριέλαβαν τη λευκή καρέκλα, που είναι φτιαγμένη από πλαστικό μονομπλόκ στη λίστα», αναφέρει η ανάρτηση του περιοδικού στο Instagram. «Το μονομπλόκ είναι σημαντικό», λέει η Πάολα Αντονέλι, ανώτερη επιμελήτρια αρχιτεκτονικής και σχεδιασμού του Μουσείου Μοντέρνας Τέχνης της Νέας Υόρκης, που συμμετείχε στην ομάδα και εξηγεί το πώς η λευκή πλαστική καρέκλα πληροί όλα τα κριτήρια για να αναδειχθεί ως ένα από τα πιο καθοριστικά έπιπλα των τελευταίων 100 ετών: Έχει ιστορία, έχει αντιγραφεί ευρέως, έχει το δικό της «αποτύπωμα» στο design, ενώ «μας επιτρέπει να μιλήσουμε για την ιστορία των πλαστικών», όπως τονίζει η ίδια.
«Κατασκευασμένη από ένα μόνο κομμάτι λευκού πλαστικού, αυτή η μονομπλόκ καρέκλα είναι ίσως η πιο ‘πανταχού παρούσα’ καρέκλα στον κόσμο. Μπορεί να εμφανίζεται τόσο στα εστιατόρια του Μπιλόξι στο Μισισιπί όσο και στα μπαρ δίπλα στο δρόμο στα περίχωρα της Τζακάρτα. Με μηδενικά στολίδια, εκτός από τα ‘φουσκωμένα’ πόδια και τη ράχη που μοιάζει με κοχύλι, δεν μπορεί να χαρακτηριστεί όμορφη, αν και είναι τόσο γνωστή, που για μερικούς ανθρώπους, μπορεί να έχει και το ίδιο ευχάριστο αποτέλεσμα», επισημαίνει το περιοδικό.

Λευκές πλαστικές καρέκλες χρησιμοποιούμε και στην Ελλάδα και τις συναντάμε επίσης παντού:

Την επιτροπή που επίλεξε τα 25 πιο καθοριστικά έπιπλα του αιώνα αποτελούσαν οι Paola Antonelli, Daniel Romualdez, Tom Delavan, Rafael de Cárdenas, Katie Stout και η ηθοποιός Julianne Moore, ενώ το project επιμελήθηκε ο δημοσιογράφος Nick Haramis.
Ενδεικτικός είναι και ο διάλογος μεταξύ των μελών της επιτροπής για την πλαστική καρέκλα, όπως μεταφέρεται στο ρεπορτάζ:
Moore: Ποιος τη σχεδίασε;
Antonelli: Δεν ξέρουμε πραγματικά. Σε κάθε μέρος του κόσμου, θα βρείτε αυτές τις καρέκλες.
Romualdez: Είχα όταν μετακομίσαμε για πρώτη φορά στο σπίτι μας στο Montauk της Νέας Υόρκης, και κάποιος μοχθηρός μας είχε πει: ‘Δεν μπορώ να πιστέψω ότι έχεις αυτές τις άσχημες καρέκλες’. Αλλά είναι τόσο πρακτικές και άνετες.
Delavan: Είναι άσχημες ή απλώς άσχημες σε σχέση με άλλες;
Antonelli: Είναι άσχημες. Αλλά πιστεύω ότι το αντίθετο του ωραίου δεν είναι το άσχημο, είναι το τεμπέλικο.
Romualdez: Θα έλεγα ότι μία πολυθρόνα Philippe Hiquily του 1971 είναι μια από τις πιο άσχημες καρέκλες που έχω δει. Κυριολεκτικά δημιουργούσε έπιπλα για τους Ρότσιλντ και ανθρώπους σαν αυτόν. Αλλά όπως και με τα ρούχα της Prada, όταν κάποιος βλέπει κάτι άσχημο, θα του αρέσει αργότερα.

Συνώνυμο της καλοκαιρινής ραστώνης
Η κλασική λευκή πλαστική καρέκλα των πανηγυριών και την βαλκανικής κουλτούρας είναι ο ορισμός της καρέκλας μαζικής χρήσης, η πιο επιτυχημένη εκδοχή της, και αυτός είναι ο λόγος που έχει κατασκευαστεί σε αναρίθμητες παραλλαγές και κακέκτυπα, προσαρμοσμένες στις αισθητικές προτιμήσεις των επώνυμων και ανώνυμων σχεδιαστών της.
Ακόμη και αν αποτελεί ένα αμφιλεγόμενο αντικείμενο στον κόσμο του design, η αξία της δεν κρίνεται μόνο από την αισθητική και την λειτουργικότητα, αλλά και από την συμβολή της στην καθημερινότητα και την προσβασιμότητα σε ένα ευρύ κοινό.

Η επιτυχία της έγκειται στον συνδυασμό της καλής εργονομίας της, της πρακτικότητάς της, της αντοχής της και του χαμηλού κόστους παραγωγής. Και τελικά, είναι ένα αντικείμενο design «για τα πανηγύρια» που καλύπτει το σκοπό του.
Το έπιπλο που αγαπάμε να μισούμε (σε κανέναν μας δεν αρέσει, αλλά όλοι την έχουμε χρειαστεί κάποια στιγμή), λοιπόν, υπάρχει παντού γύρω μας. Πάνω στη πλαστική καρέκλα μονομπλόκ, που μισήθηκε τόσο, νιώθεις σα να έχεις όλο το χρόνο του κόσμου και δικαιωματικά, είναι το συνώνυμο της καλοκαιρινής ραστώνης.

