Ένα κτίριο… μια ιστορία.
Εκεί στο νότο, συναντά κανείς τη νήσο Γαύδο. Η Γαύδος λειτούργησε ως τόπος εξορίας μέχρι το Μάιο του 1941. Κάποιοι από τους εξόριστους δραπέτευσαν και κάποιοι άλλοι, με την αναστάτωση που ακολούθησε τη γερμανική εισβολή, διέφυγαν στην Κρήτη, όπου αρκετοί πήραν μέρος τόσο στη Μάχη της Κρήτης όσο και στην Αντίσταση.Τότε, η Γαύδος ήταν ένα έρημο νησί, ένα ξερονήσι στο οποίο πέθαναν αρκετοί εξόριστοι κομμουνιστές από την πείνα, τις στερήσεις και τις αρρώστιες. Σήμερα, η Γαύδος έχει αλλάξει και δεν έχει τίποτα να ζηλέψει από τους υπόλοιπους, ελκυστικούς εκδρομικούς προορισμούς που υπάρχουν στην Κρήτη. Πολλοί την προτιμούν ως εναλλακτικό τόπο διακοπών και την επισκέπτονται κυρίως το καλοκαίρι.
Στα χρόνια της δικτατορίας 1936-40, μετέφεραν στο νησί τους εξόριστους κομμουνιστές κι ανάμεσα στα προβλήματα που αντιμετώπιζαν, ειδικότερα τον πρώτο καιρό, ήταν κι αυτό της στέγης. Δεν υπήρχε τότε, ούτε σπηλιά για να προφυλαχτούν. Aπ’ τη βροχή και το κρύο το χειμώνα κι απ’ τον καυτό ήλιο το καλοκαίρι. Το Σαρακήνικο ήταν μια έρημη, άνυδρη, ακατοίκητη κι ακαλλιέργητη περιοχή. Δεν υπήρχε ψυχή, μόνο θανατηφόροι σκορπιοί. Υπήρχαν, όμως, ιδιοκτήτες της γης, που ήταν ιδιώτες και μοναστήρια. Σεβόμενοι τις «ιδιοκτησίες», οι εξόριστοι ζήτησαν να τους επιτραπεί να χτίσουν ένα σπίτι. Το σπίτι τους… Έτσι κι έγινε.

Στο γραφείο της Κοινότητας, στις 14 Μαρτίου του 1933, υπογράφτηκε Ιδιωτικό Συμφωνητικό απ’ τον ιδιοκτήτη του οικοπέδου, τη γυναίκα του και τους αντιπροσώπους της Κολεχτίβας Εξόριστων Κομμουνιστών Γαύδου Λάιο Λαΐου, Θανάση Κλάρα – αυτό ήταν το όνομα του Άρη Βελουχιώτη, Νικόλα Παπαζήση και Χαράλαμπου Δελόλμα. Μάρτυρες, ο κοινοτάρχης της Γαύδου Νικ. Παπαδάκης και ο αστυνομικός σταθμάρχης, ενωμοτάρχης Νικ. Βλαζάκης.
Η συμφωνία προέβλεπε να χτιστεί από τους ίδιους τους εξόριστους, με δικά τους υλικά, πάνω σε μισό στρέμμα, ισόγειο σπίτι 237 τ.μ., εξωτερική κουζίνα, φούρνος και ν’ ανοιχτεί πηγάδι, χωρίς καμιά οικονομική επιβάρυνση του οικοπεδούχου, ο οποίος θα τους χορηγούσε τα παραθυρόφυλλα, τα «ανώφλια», όπως λέγονται στην ντοπιολαλιά. Η συμφωνία ήταν οι εξόριστοι να χρησιμοποιήσουν για επτά χρόνια το σπίτι και μετά να το παραδώσουν στον οικοπεδούχο. Η προθεσμία έληγε στις 14 Μαρτίου του 1940. Αφού πέρασαν τα επτά χρόνια, υπογράφτηκε νέο συμφωνητικό στις 20 Οκτώβρη 1940, απ’ τον Γιώργο Κοντοκώτσιο, εκπρόσωπο των εξόριστων κομμουνιστών και την ιδιοκτήτρια (ο σύζυγός της στο μεταξύ είχε πεθάνει).

Στο Σαρακήνικο, έμεναν 10 περίπου εξόριστοι φυματικοί και βαριά άρρωστοι. Αυτοί ξεκίνησαν να χτίζουν το “σπίτι” για να υπάρχει κάτι δικό τους. Παρά το ότι δε διέθεταν εργαλεία, το σπίτι που έφτιαξαν ήταν σαφώς καλύτερο από τις κατοικίες των λιγοστών κατοίκων του νησιού και για αυτό το αποκαλούσαν “παλάτι”. Δίπλα στο σπίτι οι εξόριστοι δημιούργησαν ένα περιβόλι, φούρνο για να ψήνουν το ψωμί τους και έναν αυτοσχέδιο χειρόμυλο. Να συνεχίζεται η παράδοση, να μη χάνεται η συνέχεια. Ανάμεσα τους κι ο Αρης Βελουχιώτης, που μεταφέρθηκε για πρώτη φορά στη Γαύδο στις 23/10/1931, μαζί με άλλα 70 μέλη και στελέχη του ΚΚΕ.
Ένα ιστορικό οίκημα, που έχει κηρυχθεί διατηρητέο από το 1999, βρέθηκε να νοικιάζεται μέσω Airbnb
Το “Σπίτι του Άρη”, όπως έμεινε στη μνήμη των παλιών, είναι ιδιοκτησία της Ομάδας Συμβίωσης Πολιτικών Εξόριστων. Εκτός από τον Βελουχιώτη, από το σπίτι περνούν ο Μάρκος Βαφειάδης και ο Μενέλαος Λουντέμης. Η απομόνωση εδώ είναι ολοκληρωτική. Οι εξόριστοι τρώνε χόρτα και κεδρόκουκα για να ξεγελάσουν την πείνα τους. Είχε κτιστεί με επιμέλεια με πέτρες και διαθέτει μια μεγάλη αίθουσα και κάποια μικρότερα δωμάτια. Η οροφή του έγινε με φύκια από την θάλασσα, χώμα, άργιλο και σκίνους. Τα δοκάρια του ήταν κορμοί από κέδρους.
Τι κι αν υπάρχει σχετική απόφαση του ΥΠΠΟ από το 1999, η οποία το χαρακτηρίζει “ιστορικό διατηρητέο μνημείο”… Στο σπίτι ξεκίνησαν οι παρεμβάσεις από την αμέσως επόμενη χρονιά του χαρακτηρισμού του. Αρχικά, μετατράπηκε σε καφενείο και έπειτα έγινε Airbnb (!). Το σπίτι του Άρη άλλαξε και μετονομάστηκε σε “The house of the exiles”.
Το σπίτι χτίστηκε με πέτρες και μάλιστα ακολουθήθηκε ο “κρητικός ρυθμός”, ενώ κάποια στιγμή υπέστη παρεμβάσεις και μετατράπηκε σε καφενείο. Και όμως, επί υπουργίας Ελισάβετ Παπαζώη, το 1999, είχε χαρακτηριστεί «ιστορικό διατηρητέο μνημείο» από το υπουργείο Πολιτισμού:
«Χαρακτηρίζουμε ως ιστορικό διατηρητέο μνημείο, που χρειάζεται ειδική κρατική προστασία, σύμφωνα με τις διατάξεις του ν.1469/50, το κτήριο που κατασκευάστηκε απ’ τον Άρη Βελουχιώτη και τους συνεξορίστους του στην περιοχή Σαρακήνικο της νήσου Γαύδου, Ν. Χανίων, ιδιοκτησίας Σταύρου Καρυδάκη, με τον περιβάλλοντα χώρο του στα όρια της ιδιοκτησίας, διότι αποτελεί χαρακτηριστικό δείγμα κτηρίου τοπικής αρχιτεκτονικής και είναι σημείο αναφοράς για τους κατοίκους του νησιού, εφόσον συνδέεται άμεσα με τον Άρη Βελουχιώτη και άλλα πρόσωπα της Νεότερης Ελληνικής Ιστορίας» αναφέρει συγκεκριμένα η απόφαση (ΦΕΚ 428, τ.2/ 22.4.1999).
Έναν χρόνο από την έκδοση της απόφασης του υπουργείου άρχισαν οι κτιριακές επεμβάσεις στο αρχικό κτίσμα (προσθήκες δωματίων και πέργκολες) και τελικά σήμερα κατέληξε να λειτουργεί ως ξενώνας, καταχωρισμένος στην Airbnb για 17 ευρώ τη βραδιά.
“Ξαπλώστε στη φύση, σε ένα κρεβάτι κάτω από μια κουνουπιέρα και έναν μεγάλο γεμάτο άστρα ουρανό. Με ασφάλεια, σε μια καταπράσινη τοποθεσία, κοντά σε εστιατόρια, πάρκα, τέχνη και πολιτισμό. Θα αγαπήσετε το μέρος, λόγω της θέας, της κουζίνας και της άνεσης. Είναι ιδανικό για ζευγάρια, για όσους αγαπούν την περιπέτεια, για μεγάλες ομάδες και κατοικίδια ζώα” αναφέρει το κείμενο της καταχώρισης στην πασίγνωστη πλατφόρμα. “Ο χώρος μας είναι ένας ιστορικός χώρος, είναι ένα καταπληκτικό κτήριο από ξύλο και πέτρες, μέσα στη φύση, με φανταστική θέα και υπέροχα καταγάλανα νερά” τόνιζαν μάλιστα.

Στην πραγματικότητα, ποτέ το Κράτος δεν ενδιαφέρθηκε γι’ αυτό το κτίριο και την διατήρηση της μνήμης που κουβαλά. Έγιναν πολλές αλλοιώσεις στον χώρο. Έγιναν προσθήκες, άλλαξε η διαρρύθμιση του, έχουν εξαφανιστεί τα ονόματα των αγωνιστών που έμειναν εκεί και ήταν χαραγμένα στον κορμό του δέντρου που στηρίζει τη στέγη του σπιτιού.
Το ερώτημα, λοιπόν, που τίθεται και γεννάται δεν είναι γιατί ο ιδιοκτήτης αξιοποιεί το κτίριο, αλλά γιατί κυριαρχεί αυτή η ανύπαρκτη «ειδική κρατική προστασία» όλες αυτές τις δεκαετίες. Τι σηματοδοτεί δηλαδή και ποιες οι συνέπειες μιας τόσο εκκωφαντικής και προκλητικής αδιαφορίας σε ένα τόσο ευαίσθητο και ιδιαίτερο κεφάλαιο της νεότερης Ελληνικής Ιστορίας;
Το μόνο που υπάρχει εκεί για να θυμίζει την ιστορία του σπιτιού, αλλά και του νησιού ως τόπο εξορίας, είναι δυο ταμπέλες στην άκρη του δρόμου και μια μαρμάρινη πλάκα στην οποία αναγράφεται:
“Απ΄ τα μπουντρούμια και την εξορία
η νέα του κόσμου ξεκινά ιστορία”
Κ. Βάρναλης
Προς τιμήν των εξόριστων κομμουνιστών και άλλων λαϊκών αγωνιστών της Γαύδου (1928-1951).
Το σπίτι του Άρη γίνεται μουσείο
Το 2023 πέρασε σε νέα χέρια και το παλιό κτίσμα των εξόριστων διαμορφώθηκε σε μουσείο που είναι επισκέψιμο για το κοινό. Γύρω του κτίστηκαν μικρά διαμερίσματα για ενοικίαση από τουρίστες, ενώ στην αυλή του λειτουργεί αναψυκτήριο και χώρος για ποτό καθ’ όλη τη διάρκεια της ημέρας. Ο Γιώργος Σφακιανάκης στις αρχές Απριλίου, αφού ενοικίασε το κτίριο και τον περιβάλλοντα οικοπεδικό χώρο από τους νόμιμους ιδιοκτήτες του, προχώρησε στην τουριστική αξιοποίηση του.


Στο παλιό κτίσμα των εξορίστων, χωρίς τροποποιήσεις και αλλαγές του χώρου, διαμορφώθηκε σε μουσείο, με φωτογραφίες και αντικείμενα που διατηρούν ζωντανές τις μνήμες της εξορίας του Άρη Βελουχιώτη, του Μάρκου Βαφειάδη και πολλών άλλων οι οποίοι έζησαν στη Γαύδο ως εκτοπισμένοι από το πολιτικό σύστημα της εποχής τους.
Καταναλωτική Vs Ιστορική Συνείδηση
Διάβαζα κάπου πως εάν η μνήμη του ανθρώπου είναι κριτήριο της ταυτότητας του, τότε η απώλεια της ιστορικής του μνήμης θα πρέπει να σημαίνει απώλεια και της ιστορικής του ταυτότητας. Πως λαοί χωρίς ιστορική μνήμη και συνείδηση είναι καταδικασμένοι να οδηγηθούν στην αφάνεια. Είναι προφανές, νομίζω, πως η διατήρηση της ιστορικής συνείδησης δεν μπορεί παρά να είναι πράξη αντίστασης στην ισοπεδωτική λαίλαπα της παγκοσμιοποιημένης κοινωνίας, η οποία φαίνεται να διαμορφώνει μια καταναλωτική συνείδηση. Όπως συνέβη με το σπίτι του Άρη, δεν τιμάει κανέναν αυτό που γίνεται στο όνομα της ιδιοκτησίας του χώρου από ιδιώτη. Ούτε φυσικά, και η αδιαφορία του κράτους, η εκποίηση ιστορικών χώρων και η αξιοποίηση τους ως μονόδρομος που θα βασίζεται σε ιδιωτικές πρωτοβουλίες.
Όπως δε. σημειώνει και ο φιλόσοφος Ρίτσαρντ Ρόρτι «ένας λαός γράφει την Ιστορία του όχι για να αφηγηθεί όσα του συνέβησαν στο παρελθόν, αλλά πρωτίστως για να σφυρηλατήσει την αυτογνωσία και την ηθική ταυτότητα που του χρειάζονται για να χτίσει το μέλλον του». Και εδώ γεννάται, πάλι, το ερώτημα: Ποια αυτογνωσία και τι είδους ιστορική συνείδηση μπορούν να σφυρηλατήσουν τέτοιου είδους συμπεριφορές και πρακτικές απαξίωσης και αδιαφορίας; Πως, τελικά, κτίζεται το μέλλον ενός λαού και ποιος έχει την ευθύνη; Χωρίς επίγνωση του παρελθόντος μπορεί να οικοδομηθεί το μέλλον;
Ερωτήματα, διλλήματα, σκέψεις, σταυροδρόμια της ζωής, της ιστορίας, του…. μέλλοντος.

