Ο Μάνος Λοΐζος, ένας από τους σπουδαιότερους συνθέτες της μεταπολιτευτικής περιόδου, πέθανε σαν σήμερα στις 17 Σεπτεμβρίου 1982, σε ηλικία μόλις 45 ετών, αφήνοντας ανεξίτηλο το αποτύπωμά του στο ελληνικό τραγούδι και την πολιτιστική κληρονομιά της χώρας. Στην εικοσαετή μουσική του διαδρομή αγωνίστηκε για τα δικαιώματα της εργατικής τάξης, έγραψε τραγούδια που μπήκαν στο στόμα του απλού λαού και έγιναν συνθήματα.
«Ο πρόωρος χαμός του Μάνου αποτελεί τραγωδία σε εθνική διάσταση», ήταν η φορτισμένη συναισθηματικά δήλωση του Μίκη Θεοδωράκη, όταν πληροφορήθηκε τον θάνατο του Μάνου Λοϊζου.
Ήταν Αύγουστος του 1982, όταν ο σπουδαίος Έλληνας δημιουργός επέστρεφε από τη Μόσχα στην Αθήνα. Είχε βρεθεί στη Ρώσικη πρωτεύουσα για να νοσηλευθεί, ωστόσο, και εκεί η υγεία του επιδεινώθηκε. Και δυστυχώς, δεν τα κατάφερε. Έφυγε από τη ζωή την Παρασκευή 17 Σεπτεμβρίου της ίδιας χρονιάς, μετά από ένα δεύτερο θανατηφόρο εγκεφαλικό επεισόδιο.

13 Σεπτεμβρίου του 1985, τρία χρόνια μετά τον θάνατο του Λοΐζου, το Ολυμπιακό Στάδιο κατακλύστηκε από χιλιάδες θεατές που παρακολούθησαν τη θρυλική συναυλία-αφιέρωμα στον μεγάλο συνθέτη. Γιώργος Νταλάρας, Χάρις Αλεξίου, Δήμητρα Γαλάνη, Γιάννης Καλατζής και Βασίλης Παπακωνσταντίνου βρέθηκαν μαζί στη σκηνή και τραγούδησαν, μαζί με δεκάδες χιλιάδες θεατές, τα τραγούδια που οι ίδιοι ερμήνευσαν πρώτοι.
Με μια κιθάρα στο χέρι
Γεννημένος στην Κύπρο και συγκεκριμένα σε ένα χωριό της Λάρνακας των Αγίων Βαβατσινιάς, ασχολήθηκε με τη μουσική από τα παιδικά του χρόνια στην Αλεξάνδρεια, όπου είχαν μετακομίσει οι γονείς του. Γράφτηκε σε τοπικό Ωδείο και άρχισε να μαθαίνει βιολί, αλλά κατέληξε στην κιθάρα. Μετά την αποφοίτησή του από το Αβερώφειο Γυμνάσιο της Αλεξάνδρειας το 1955, ήλθε στην Αθήνα και γράφτηκε αρχικά στη Φαρμακευτική Σχολή και στη συνέχεια στην ΑΣΟΕΕ. Και σε εκείνη τη χρονική στιγμή της ζωής του, αντιλαμβάνεται ότι θέλει να ασχοληθεί αποκλειστικά και μόνο με τη μουσική.
Η καλλιτεχνική του διαδρομή ήταν πλούσια και πολυδιάστατη, με επιρροές από την παραδοσιακή ελληνική μουσική, αλλά και το πολιτικό τραγούδι που ανέδειξε μέσα από συνεργασίες με σημαντικούς στιχουργούς όπως ο Γιάννης Νεγρεπόντης, ο Φώντας Λάδης, ο Λευτέρης Παπαδόπουλος και ο Μανώλης Ρασούλης. Από τα πρώτα του βήματα μέχρι και το τέλος της ζωής του, ο Μάνος Λοΐζος δημιούργησε μια σειρά τραγουδιών που συνδύαζαν κοινωνικά μηνύματα, πολιτικό στίχο και έντονα λυρικά στοιχεία, προσδίδοντας στα έργα του διαχρονική αξία και απήχηση στο κοινό.
Το 1981 η υγεία του που αντιμετώπιζε σοβαρά προβλήματα, επιδεινώθηκε σημαντικά. Τον Οκτώβριο του 1981 εισήχθη στο Γενικό Κρατικό Νοσοκομείο με διάγνωση περικαρδίτιδας και νεφρική ανεπάρκεια. Τον Ιούνιο του 1982 υπέστη το πρώτο εγκεφαλικό επεισόδιο, νοσηλεύτηκε για έναν μήνα και τον Αύγουστο ταξίδεψε στη Μόσχα για να λάβει εξειδικευμένη ιατρική φροντίδα. Δυστυχώς, στις 7 Σεπτεμβρίου υπέστη δεύτερο εγκεφαλικό επεισόδιο που αποδείχθηκε μοιραίο, με αποτέλεσμα να καταλήξει δέκα ημέρες αργότερα.
Σε μία από τις λιγοστές συνεντεύξεις που δόθηκαν κατά τη διάρκεια της ζωής του, ο ίδιος ο Λοΐζος περιγράφει τη βαθιά του αγάπη για τη μουσική ως ζώσα έκφραση της κοινωνικής πραγματικότητας και εργαλείο αντίστασης. Υποστήριζε ότι ο ρόλος του μουσικού ήταν να μιλά για το λαό και τις ανάγκες του, γεφυρώνοντας το πολιτικό με το καλλιτεχνικό στοιχείο.
Με τραγούδια για την ελευθερία και τις ανθρώπινες αξίες
«Ο Μάνος έφυγε χωρίς να έχει τίποτα δικό του. Ούτε καν τα τραγούδια του. Γιατί δεν έγραφε ποτέ για τον εαυτό του. Πάντα για τους ανθρώπους. Γι’ αυτό και τα τραγούδια του είναι δικά μας τραγούδια» έχει πει σε συνέντευξη του ο Γιώργος Νταλάρας.
Στην εικοσαετή μουσική του διαδρομή συνεργάστηκε με τους στιχουργούς Γιάννη Νεγρεπόντη, Φώντα Λάδη, Μανώλη Ραούλη, Δημήτρη Χριστοδούλου και Λευτέρη Παπαδόπουλου. Τα τραγούδια του, γεμάτα λυρισμό και τρυφερότητα, ερμήνευσαν μεγάλα ονόματα, ο Γιάννης Καλατζής, ο Γιώργος Νταλάρας, ο Βασίλης Παπακωνσταντίνου, η Χάρις Αλεξίου, ο Γιάννης Πουλόπουλος, ο Γιάννης Πάριος, η Μαρία Φαραντούρη, ο Στέλιος Καζαντζίδης και η Δήμητρα Γαλάνη.

Μερικά από τα πιο γνωστά του τραγούδια, όπως το «Όλα σε θυμίζουν» «Ζεϊμπέκικο της Ευδοκίας», ο «Δρόμος», το «Τσε» και «Το ακορντεόν», ερμηνεύτηκαν από κορυφαίους Έλληνες ερμηνευτές, όπως η Χαρούλα Αλεξίου, ο Γιώργος Νταλάρας και ο Βασίλης Παπακωνσταντίνου.
Το τελευταίο διάστημα της ζωής του, παρά τις σοβαρές δυσκολίες, συνέχισε να εργάζεται και να δημιουργεί, αφήνοντας ηχογραφήσεις και συνθέσεις που εκδόθηκαν μετά θάνατον, διατηρώντας έτσι ζωντανή την παρουσία του στην ελληνική μουσική.
Τα δύσκολα χρόνια της χούντας, η σύλληψη και η φυλάκιση 9 ημερών
Το 1966 είχε πει σε συνέντευξή του: «Σαν μουσικός που γράφω τραγούδια, ξέρω καλά ότι μπορώ να κάνω τον κόσμο να συνειδητοποιήσει ορισμένα πράγματα κι αυτό το θεωρώ μια πολύ σοβαρή λειτουργία. Μ’ ενδιαφέρει να γράφω όχι ωραία πράγματα, αλλά πώς θα ‘ρθω σ’ επαφή με τον κόσμο που πονάει κι αγωνίζεται. Πρέπει να υπάρχει στρατευμένη τέχνη, γιατί, μέσα στο δρόμο αυτής της σχολής, μπορούν να βγουν αριστουργηματικά έργα. Αλλά το πιο σπουδαίο είναι, ότι η στρατευμένη τέχνη είναι ένας ελάχιστος φόρος τιμής στις χιλιάδες των φτωχών παιδιών που πεινάνε, αγωνίζονται και σκοτώνονται καθημερινά».
Το 1967 ο Μάνος Λοϊζος θα καταφύγει στην Αγγλία, προκειμένου να γλυτώσει τη σύλληψη και θα επιστρέψει στην Ελλάδα 6 μήνες μετά. Ο Λευτέρης Παπαδόπουλος του παρέχει καταφύγιο αλλά και την ευκαιρία να βρεθούν οι δύο άνδρες καλλιτεχνικά. Τότε, θα κυκλοφορήσουν τον σπουδαίο δίσκο που ονομάστηκε «Ο Σταθμός» από τον οποίο ξεχώρισαν, εκτός από το ομώνυμο τραγούδι, το «Παλιό Ρολόι» και το «Δελφίνι Δελφινάκι».

Στις 17 Νοεμβρίου του 1973, ο Μάνος Λοΐζος συλλαμβάνεται. Οι χωροφύλακες του τμήματος της Νέας Ιωνίας, δεν δίστασαν να τον σύρουν μπροστά στην κόρη του και να τον οδηγήσουν στη φυλακή. Εννέα μέρες μετά, θα αφεθεί ελεύθερος. Την τριετία 1974 – 1977 υπήρξε ένας από τους βασικούς εκφραστές του πολιτικού τραγουδιού. Στο τέλος του 1975, εννιά χρόνια μετά την παρουσίαση σε συναυλίες, κυκλοφορούν σε δίσκο τα «Νέγρικα». Για το συγκεκριμένο δίσκο ο Μάνος Λοίζος αναφέρει:
«Το τεράστιο τέρας που άλλοτε λέγεται φασισμός, άλλοτε μιλιταρισμός και άλλοτε δημοκρατία δυτικού τύπου -που δεν είναι τίποτε άλλο παρά προσωπεία του ιμπεριαλισμού- στέκεται από πάνω μας απειλητικό. Και η αντίδρασή μας είναι να τα ξεσκεπάσουμε και να φωνάξουμε μ’ όλη μας τη δύναμη ενάντια τους. Είμαστε πια συνειδητοί, “γνωρίζουμε”…»
Το 1983, κυκλοφορεί ο τελευταίος του δίσκος «Γράμματα στην Αγαπημένη» σε στίχους του ποιητή Ναζίμ Χικμέτ, σε μετάφραση στα ελληνικά του Γιάννη Ρίτσου.
Όταν ο Λοΐζος “αφόπλισε” έναν αστυνομικό και τραγούδησε δημόσια με δεκάδες νέους τον απαγορευμένο Μίκη για να αποχαιρετίσουν τον Σεφέρη
Την ημέρα που βραβεύτηκε η ταινία “Ευδοκία” του Αλέξη Δαμιανού στο Φεστιβάλ Κινηματογράφου Θεσσαλονίκης, το 1971, στην Αθήνα κηδευόταν ο Γιώργος Σεφέρης. Το καθεστώς της δικτατορίας είχε εδραιωθεί για τα καλά και οι καλλιτεχνικές εκδηλώσεις περνούσαν από αυστηρή λογοκρισία. Στη Θεσσαλονίκη, ακόμα και μέσα στην αίθουσα, κατά την διάρκεια των βραβεύσεων η αστυνομική παρουσία ήταν αισθητή. Μια άγνωστη ιστορία από την ημέρα της βράβευσης της ταινίας στο φεστιβάλ, με πρωταγωνιστή τον Μάνο Λοϊζο, διηγήθηκε στη “Μηχανή του Χρόνου” ο συγγραφέας Νίκος Γκροσδάνης:
«Και φτάνουμε λοιπόν, τα βράδυ της “Ευδοκίας”. Χαμός. Όταν τέλειωσε η προβολή όλοι οι ιθύνοντες, πήγαν απέναντι στο Ντορέ για να κάνουν τις συζητήσεις τους και στα σκαλάκια της Εταιρίας Μακεδονικών Σπουδών, μαζεύτηκαν πάνω από 20-30 παιδιά, φοιτητές, που ήταν στον β’ εξώστη για να μιλήσουν για την “Ευδοκία” και για τα άλλα που συνέβησαν. Ένα από τα παιδιά σηκώθηκε και λέει: «Στην Αθήνα σήμερα, έγινε χαμός. Ήταν η κηδεία του Γιώργου Σεφέρη, κατέβηκε όλη η Αθήνα και για πρώτη φορά, ακούστηκε δημοσίως η μουσική του Μίκη Θεοδωράκη. Δηλαδή το τραγούδι η “Άρνηση”… το περιγιάλι το κρυφό… τραγουδούσαν όλοι οι Αθηναίοι συνοδεύοντας το φέρετρο του Σεφέρη. Και ένα άλλο παιδί από αυτά τα 30 που ήταν στα σκαλάκι λέει: «Παιδιά για να τιμήσουμε σήμερα αυτόν τον Έλληνα που έφυγε, ας τραγουδήσουμε κι εμείς ένα κομμάτι του Μίκη» και ένα άλλο παιδί μας κοιτά… Απέναντι ήταν 7-8 αστυνομικοί, που θα μας μπουζούριαζαν γιατί τότε, έτσι και σε πιάνανε με τραγούδι του Θεοδωράκη πήγαινες μέσα και άντε να αποδείξεις ότι δεν είσαι ελέφαντας.

Αλλά, τα νιάτα δεν λογαριάζουν τέτοια πράγματα. Και αρχίζει ένα κορίτσι αρχικά να τραγουδά «στο περιγιάλι το κρυφό» και γίνεται μια περίεργη χορωδία αυτών των παιδιών. Να τραγουδάμε για πρώτη φορά απαγορευμένη μουσική του Μίκη, μουσική του Θεοδωράκη έξω από ένα δημόσιο κτήριο. Βλέπουν, λοιπόν, απέναντι, ενώ κρατάει το τραγούδι τον Μάνο Λοΐζο, τον Δαμιανό και πολλούς άλλους να έρχονται προς τα εμάς, συγκινημένοι. Ταυτόχρονα, έρχονται τα καρακόλια μαζί και λέει ένας: «Τι κάνετε εδώ;». Γυρίζει ο Λοϊζος και λέει: «Αποχαιρετούμε έναν που έφυγε σήμερα». «Πέθανε;» ρωτάει. «Συγγενής σας ήταν;» συνεχίζει το καρακόλι και ο Λοΐζος απαντά: «Ήταν Έλληνας, να σας πω και το όνομα του; Γιώργος Σεφέρης, τον γνωρίζετε;»
«Ο αστυνομικός, κοιτάει τον διπλανό και δεν λένε τίποτα. Γυρίζει προς τα παιδιά ο Λοΐζος και λέει: «Παιδιά εδώ και μια εβδομάδα το BBC μεταδίδει τα τραγούδια του Μίκη από τον Σεφέρη και ένα από αυτά είναι πάρα πολύ γνωστό «Λίγο ακόμα θα δούμε τις αμυγδαλιές να ανθίζουν»… Το ξέρετε;» Πολλά παιδιά είπαν, το ξέρουμε. “Λοιπόν πάμε”… Και σηκώνει τα χέρια του ο Λοΐζος, σαν να διευθύνει τη χορωδία και αρχίζουν όλοι να τραγουδούν. Όταν τέλειωσε το τραγούδι, οι αστυνομικοί δεν μας διέκοψαν, στο τέλος μόνο μας είπαν: «Άντε τώρα στα σπιτάκια σας, τέλειωσε η συναυλία». Ήταν μια αξέχαστη εποχή. Όταν βλέπω την “Ευδοκία”, ακόμα και σήμερα και ακούω την μουσική του Λοΐζου, συνειρμικά θυμάμαι αυτά νέα παιδιά που σήμερα είναι 50άρηδες – 60άρηδες και αναρωτιέμαι αν θα θυμούνται αυτό το φοβερό βράδυ».
Έτσι τέλειωσε λοιπόν η “Ευδοκία”, τέλειωσε και η πρώτη λαϊκή αντίσταση που συνέβη με ένα μόνο τραγούδι του Θεοδωράκη έξω από την Εταιρία Μακεδονικών Σπουδών, σε σχέση με το Φεστιβάλ Ελληνικού Κινηματογράφου.
Η συνεργασία που γέννησε μια σχέση ζωής με τον Λευτέρη Παπαδόπουλο
Η σχέση μεταξύ του Μάνου Λοΐζου και του Λευτέρη Παπαδόπουλου αποτελεί μια από τις σημαντικότερες και πιο γόνιμες συνεργασίες στην ιστορία του ελληνικού τραγουδιού. Η γνωριμία τους έγινε στις αρχές της δεκαετίας του 1960, όταν ο Λοΐζος, τότε ανερχόμενος συνθέτης, ζήτησε από τον Παπαδόπουλο να του προτείνει στίχους για να μελοποιήσει. Η πρώτη τους συνεργασία ήταν το τραγούδι «Αυτό το αγόρι», που αποτέλεσε τη βάση για μια μακρά φιλία και δημιουργική σύμπραξη. Από τη συνεργασία Μάνου Λοΐζου και Λευτέρη Παπαδόπουλου γεννήθηκε και το «Νανούρισμα».
Οι δυο τους έγιναν αχώριστοι φίλοι και συνεργάτες, με τον Παπαδόπουλο να μιλά σε συνέντευξή του, πως “ο Μάνος ήταν όχι μόνο ένας εξαιρετικός καλλιτέχνης αλλά και ένας γήινος άνθρωπος, γεμάτος χιούμορ, ερωτισμό και αδυναμίες, ανάμεσά τους και η τεμπελιά, που πολλές φορές τον εμπόδιζε να παράγει σε πιο γρήγορους ρυθμούς.” Πέρα από τη δισκογραφία, οι δυο τους έζησαν και προσωπικές στιγμές, μοιράστηκαν καθημερινότητα, ενώ ο Παπαδόπουλος υπήρξε και κουμπάρος του Μάνου Λοΐζου, καθώς βάφτισε την Μυρσίνη Λοΐζου.

Ένα άγνωστο περιστατικό που έχει γίνει γνωστό μέσα από μαρτυρίες, είναι η ιστορία μιας δύσκολης περιόδου όπου ο Λοΐζος, αντιμετωπίζοντας οικονομικές δυσκολίες, ζήτησε από τον Παπαδόπουλο να γράψουν γρήγορα ένα τραγούδι για να εξασφαλίσει τα χρήματα που χρειαζόταν για να πληρώσει το νοίκι του. Το κομμάτι που προέκυψε υπό αυτές τις πιεστικές συνθήκες ήταν ένα ζεϊμπέκικο που ονομάστηκε «Παραμυθάκι μου» και περιλαμβάνεται στην κινηματογραφική ταινία «Ο Εξορκιστής».
Το τελευταίο γλέντι στο σπίτι της Χαρούλας Αλεξίου
«Τον θυμάμαι στο τελευταίο γλέντι της ζωής του, τρεις ημέρες πριν μπει στο νοσοκομείο με το πρώτο εγκεφαλικό, που ήταν και η αρχή του τέλους. Ήταν στο σπίτι της Χαρούλας Αλεξίου και του τότε συζύγου της Αχιλλέα Θεοφίλου, εν μέσω φίλων αγαπημένων. Είχε κάποιες στεναχώριες με την προσωπική του ζωή (δεν πήγαιναν καλά οι σχέσεις με τη δεύτερη σύζυγό του, την ηθοποιό Δώρα Σιτζάνη, με την οποία βρισκόταν σε διάσταση), αλλά σύντομα καθώς κυλούσε η βραδιά, βρήκε την καλή του διάθεση- με τη συνδρομή της Αλεξίου, που έκανε ολόκληρη παράσταση για να τον διασκεδάσει» γράφει στο βιβλίο του ο Δημήτρης Γκιώνης
Και συνεχίζει: «Και κάποια στιγμή πήρε την κιθάρα κι άρχισε να τραγουδάει, όπως ξέρουν πολλοί συνθέτες να λένε τα τραγούδια τους και κανένας δεν μπορούσε να διανοηθεί ότι ήταν η τελευταία φορά που τον ακούγαμε να τραγουδάει. Κι έπειτα με το εγκεφαλικό στο νοσοκομείο, όπου ένα πρωινό τον βρήκα μόνο. “Μπορείτε να με βοηθήσετε να τον βάλω στο άλλο κρεβάτι για να αλλάξω τα σεντόνια;” λέει μια νοσοκόμα.
Και κάνω έτσι και τον σηκώνω στην αγκαλιά μου σαν πούπουλο, τόσο είχε αδυνατίσει. Αλλά δεν είχε χάσει το χαμόγελό του. “Θα περάσει που θα πάει”. Και καθώς δεν ξεχνούσε ότι ήταν πρόεδρος της Ένωσης Μουσικοσυνθετών – Στιχουργών Ελλάδας: “Γράψε κάτι για το σινάφι μας που δεν έχουμε ιατροφαρμακευτική περίθαλψη, τόσα λεφτά βγάζουν από μας”. Δεν ήμουν μόνο ο δημοσιογράφος που τον θαύμαζε και τον περιποιόταν.“

Οι στιγμές του αποχαιρετισμού των φίλων
“Ήμουν και φίλος μια και έλαχε να τον γνωρίσω και να κάνουμε παρέα πριν αναδειχθεί ως συνθέτης. Το βράδυ της ταφής του, ο Διονύσης Σαββόπουλος και η σύζυγός του Άσπα είχαν μια καλή ιδέα να παραθέσουν ένα δείπνο στο σπίτι τους μια “μακαριά” για λίγους φίλους (την κόρη του Μάνου Μυρσίνη με τη μητέρα της Μάρω, τον Μίκη Θεοδωράκη, τον Γιώργο Νταλάρα με την Άννα, τη Χαρούλα Αλεξίου και τον Αχιλλέα Θεοφίλου, τη Δήμητρα Γαλάνη, τον Λευτέρη Παπαδόπουλο, τον Νίκο Καρούζο, τον Χρήστο Λεοντή, τον Φώντα Λάδη, τον Μανώλη Ρασούλη κ.α)
Κι ήταν εκεί, μεταξύ εδεσμάτων, οίνου και λογής μνήμες για τον Μάνο, που ο Νίκος Καρούζος εκφράζοντας την πικρία αλλά και την αγανάκτηση για τη “βιασύνη” του Λοΐζου να μας αφήσει, αναφέρθηκε σε μια φυλή της Αφρικής. Όπου λέει μόλις πεθάνει κάποιος, τον κρεμάνε σε ένα δέντρο και τον δέρνουν που τους εγκατέλειψε..».
Η ιδιαίτερη σχέση του με την Χαρούλα Αλεξίου
«Ήρθες με τα τραγούδια σου, νέος κι έφυγες νέος. Δεν έφτασες τα χρόνια μου. Δεν σε είδα ηλικιωμένο. Δεν σε είδα σε φθορά», είχε γράψει το σε ανάρτησή της η Χάρις Αλεξίου απευθυνόμενη στον Μάνο Λοΐζο, δημοσιεύοντας μια κοινή φωτογραφία τους.
«Δεν πρόλαβες όμως να δεις πόσο λατρεύεσαι ακόμη. Δεν πρόλαβες να δεις πως έχεις ακόμη πολιτική παρουσία και στάση με ό,τι διάλεξες να μας πεις. Οι φίλοι σου γερνάμε χωρίς εσένα κι ακόμη και σήμερα παίρνουμε αξία όταν διηγούμαστε στιγμές που ζήσαμε μαζί σου», συνεχίζει η Χάρις Αλεξίου. «Σχεδόν σαράντα χρόνια μετά που μας άφησες δεν μπορώ να σε τραγουδήσω όπως σου πρέπει, να πω “τα τραγούδια της Χαρούλας”. Μπορώ όμως και είμαι ακόμη η Χαρούλα σου και θα είμαι μέσα στον κόσμο που θα ακούει τα τραγούδια σου – τα τραγούδια μας – για να δώσω το μικρόφωνο στην εξαιρετική Ελεωνόρα και τα άλλα παιδιά», γράφει ακόμη και καταλήγει: «Σαράντα χρόνια μετά είσαι ακόμη εδώ!».
Οι φίλοι και οι συνεργάτες δεν τον ξέχασαν ποτέ
Όλοι οι φίλοι και οι συνεργάτες του Μάνου Λοϊζου τον χαρακτήρισαν ως τον πιο γλυκό άνθρωπο και σπουδαίο μελωδό.
Ο Μίκης Θεοδωράκης χαρακτήρισε τον Λοΐζο «γλυκύτερο και ευγενέστερο» και εξήρε την προσφορά του στον ελληνικό πολιτισμό και τη μουσική, λέγοντας πως ήταν «σεμνός και αμετάκλητα στην υπηρεσία της τέχνης και του λαού». Σε συνέντευξή του ο Μίκης Θεοδωράκης είχε αναφέρει χαρακτηριστικά: «Είχα την ευτυχία και τη χαρά να συναντήσω τον Μάνο Λοΐζο από τα πρώτα του βήματα. Τον θυμάμαι στο σπίτι μου στη Νέα Σμύρνη, να κάθεται απέναντι μου ώρες αμέτρητες καθώς οι συζητήσεις μας δεν είχαν τελειωμό… Ο Λοΐζος δεν κατασκεύαζε. Και αν το ήθελε, δεν θα μπορούσε. Γεννούσε. Κι αυτό γιατί έτσι το ένιωθε… Τρυφερός και καλός, γινόταν ακόμα πιο τρυφερός και πιο καλός μέσα στην προσπάθεια, τις δοκιμασίες, στον αγώνα. Δεν ήταν πλατάνι ή βαλανιδιά. Ήταν μια πλαγιά πολύχρωμα λουλούδια που έλαμπαν καθώς τα χτυπούσε ο ήλιος. Και θα λάμπουν για πάντα και πιο πολύ όσο θα υπάρχει και θα λάμπει στον κόσμο αυτός ο μοναδικός ήλιος: Η καρδιά του ανθρώπου».
Ο Γιάννης Νεγρεπόντης, στιχουργός συνεργάτης του, τον περιέγραψε ως τον καλύτερο μελωδό της γενιάς του, επισημαίνοντας το ήθος και τη συνέπεια του Λοΐζου τόσο στην καλλιτεχνική του διαδρομή όσο και στην προσωπική του ζωή. Ο Γιάννης Μαρκόπουλος υπογράμμισε την «σπάνια τιμιότητα και αξιοπρέπεια» του Λοΐζου, ενώ ο στιχουργός Δημήτρης Χριστοδούλου τον θυμάται ως φίλο τρυφερό και βαθιά ελληνικό που ένωνε τη μουσική του με την παράδοση.
Ο Βασίλης Παπακωνσταντίνου, εξιστορώντας την πρώτη τους συνάντηση, είχε αποκαλύψει ότι μόλις τον είδε του έκαναν εντύπωση τα δύο τεράστια γεμάτα καλοσύνη μάτια του συνθέτη ο οποίος του εμπιστεύτηκε μερικά από τα διαχρονικότερα τραγούδια του όπως το Σ’ ακολουθώ, ο στρατιώτης ο τρίτος παγκόσμιος πόλεμος. «Αν δεν ήμουν ο γιος του πατερά μου, θα ήθελα να είμαι ο γιος του Μάνου Λοΐζου» είχε πει χαρακτηριστικά ο σπουδαίος Έλληνας ερμηνευτής.

Η Δισκογραφία
- «Ο Σταθμός» (1968): Επτά τραγούδια σε στίχους Λευτέρη Παπαδόπουλου και πέντε ορχηστρικά. («Minos») Επιτυχίες: «Δελφίνι, Δελφινάκι», «Το παληό ρολό», «Η δουλειά κάνει τους άντρες», «Ο Σταθμός». Τραγουδούν: Γιάννης Καλατζής, Λίτσα Διαμάντη, Δημήτρης Ευσταθίου και Γιώργος Νταλάρας.
- «Θαλασσογραφίες» (1970): 11 τραγούδια σε στίχους Λευτέρη Παπαδόπουλου. («Minos») Επιτυχίες: «Έχω ένα καφενέ», «Τζαμάικα», «10 παλληκάρια». Τραγουδούν: Γιάννης Καλατζής, Γιώργος Νταλάρας, Μαρίζα Κωχ, Γιάννης Πάριος και ο συνθέτης.
- «Ευδοκία» (1971): Το σάουντρακ της ομώνυμης ταινίας του Αλέξη Δαμιανού. («Minos») Επιτυχία: «Το Ζεϊμπέκικο της Ευδοκίας».
- «Να ‘χαμε τι να ‘χαμε…» (1972): 10 τραγούδια σε στίχους Λευτέρη Παπαδόπουλου. («Minos») Επιτυχίες: «Παποράκι», «Ήλιε μου σε παρακαλώ», «Κουταλιανός», «Ελισσώ». Τραγουδούν: Γιάννης Καλατζής και Γιώργος Νταλάρας.
- «Τραγούδια του δρόμου» (1974): 12 τραγούδια σε στίχους Γιάννη Νεγρεπόντη, Δημήτρη Χριστοδούλου, Νίκου Γκάτσου και Μάνου Λοΐζου. («Minos») Επιτυχίες: «Μέρμηγκας», «Τσε», «Τ’ Ακορντεόν», «Τρίτος Παγκόσμιος». Τραγουδούν: Αλέκα Αλιμπέρτη, Βασίλης Παπακωνσταντίνου, η Χορωδία Γιώργου Κακίτση και ο συνθέτης.
- «Καλημέρα ήλιε» (1974): 12 τραγούδια σε στίχους Δημήτρη Χριστοδούλου και Μάνου Λοΐζου. («Minos») Επιτυχίες: «Καλημέρα Ήλιε», «Μια καλημέρα», «Με φάρο το φεγγάρι», «Θα έρθει μόνο μια στιγμή», «Δώδεκα παιδιά» και «Όταν σε είδα να ξυπνάς». Τραγουδούν: Κώστας Σμοκοβίτης, Χάρις Αλεξίου, Αλέκος Αλιμπέρτης και ο συνθέτης.
- «Τα νέγρικα» (1975): Κύκλος 10 τραγουδιών σε ποίηση Γιάννη Νεγρεπόντη. («Minos») Επιτυχία: «Ο γερο νέγρο Τζιμ». Τραγουδούν: Μαρία Φαραντούρη και Μανώλης Ρασούλης.
- «Τα τραγούδια μας» (1976): 12 τραγούδια σε στίχους Φώντα Λάδη με ερμηνευτή τον Γιώργο Νταλάρα. («Minos») Επιτυχίες: «Λιώνουν τα νιάτα μας», «Πάγωσε η τζιμινιέρα», «Το Δέντρο». Ο δίσκος έγινε πλατινένιος, αλλά τα περισσότερα τραγούδια κόπηκαν από το ραδιόφωνο της ΕΡΤ, λόγω των πολιτικοκοινωνικών τους μηνυμάτων.
- «Τα τραγούδια της Χαρούλας» (1979): 12 τραγούδια σε στίχους Μανώλη Ρασούλη και Πυθαγόρα. («Minos») Επιτυχίες: «Γύφτισσα τον εβύζαξε», «Τέλι, Τέλι, Τέλι», «Όλα σε θυμίζουν». Τραγουδούν: Χάρις Αλεξίου και Δημήτρης Κοντογιάννης. Ο δίσκος έγινε πλατινένιος.
- «Για μια μέρα ζωής» (1980): 12 τραγούδια σε στίχους Λευτέρη Παπαδόπουλου, Μανώλη Ρασούλη, Δώρας Σιτζάνη, Φώντα Λάδη, Τάσου Λειβαδίτη και Μάνου Λοΐζου. («Minos») Επιτυχίες: «Σ’ ακολουθώ», «Κι αν είμαι ροκ», «Η ημέρα εκείνη δεν θα αργήσει». Τραγουδούν: Δήμητρα Γαλάνη, Βασίλης Παπακωνσταντίνου, Δώρα Σιτζάνη και ο συνθέτης.
- «Γράμματα στην αγαπημένη» (1983): Μελοποιημένη ποίηση του τούρκου Ναζίμ Χικμέτ σε απόδοση Γιάννη Ρίτσου. («Minos»)
- «Εκτός Σειράς. Σαράντα σκόρπιες ηχογραφήσεις» (2002): Συλλογή με επιτυχίες του που δεν είχαν συμπεριληφθεί σε δίσκους. («Minos»)
- «Τα τραγούδια του Σεβάχ» (2003): Συλλογή με τις μεγάλες επιτυχίες του («Minos»)
- Αφιέρωμα στον Μάνο Λοΐζο ζωντανή ηχογράφησ της Χάρις Αλεξίου (2007)

