Ραγδαία αύξηση των περιστατικών σχολικής βίας και βίας των ανηλίκων – Στατιστικά που προκαλούν προβληματισμό
Το πρώτο κουδούνι της χρονιάς βρήκε τις σχολικές αυλές με ένα φαινόμενο που διογκώνεται χρόνο με τον χρόνο: η βία και η παραβατικότητα μεταξύ ανηλίκων. Σύμφωνα με τα τελευταία στοιχεία της ΕΛ.ΑΣ., τα περιστατικά ξυλοδαρμών, εκβιασμών και κατοχής ναρκωτικών παρουσιάζουν αυξητική τάση, προκαλώντας ανησυχία σε γονείς, εκπαιδευτικούς και την κοινωνία συνολικά.
Μαθητές σε όλη τη χώρα εμπλέκονται σε περιστατικά που πριν από λίγα χρόνια θα θεωρούνταν ακραίες εξαιρέσεις. Στον Πειραιά, 16χρονος κατέληξε στο νοσοκομείο μετά από βίαιο ξυλοδαρμό από συνομηλίκους. Στην Πάτρα, 15χρονος κατήγγειλε ότι εκβιάστηκε με την απειλή δημοσιοποίησης προσωπικών φωτογραφιών, ενώ στην Αθήνα μαθητές Γυμνασίου συνελήφθησαν με ποσότητες κάνναβης στο σχολικό προαύλιο.
Η ανήλικη παραβατικότητα δεν είναι αποκομμένη από τη βία των ενηλίκων καθώς τα παιδιά είναι ο καθρέφτης μας, εκφράζουν δηλαδή και τη δική μας ένταση και αδυναμία να διαχειριστούμε τις πραγματικές τους ανάγκες.
Ο σχολικός εκφοβισμός ένα χρόνιο, βαθιά ριζωμένο πρόβλημα στην ελληνική κοινωνία. Σχεδόν καθημερινά γινόμαστε μάρτυρες περιστατικών βίας με πρωταγωνιστές ανήλικα παιδιά, είτε στον ρόλο του θύματος είτε του θύτη. Το φαινόμενο φαίνεται να έχει λάβει ανεξέλεγκτες διαστάσεις, χωρίς να κάνει διακρίσεις μεταξύ αστικών κέντρων και περιφέρειας, μεταξύ εύπορων και λαϊκών προαστίων ή μεταξύ αγοριών και κοριτσιών. Ενώ, οι νέες τεχνολογίες έχουν προσδώσει στο φαινόμενο μία καινούρια διάσταση, συστήνοντας μία σύγχρονη μορφή βίας τη διαδικτυακή παρενόχληση και τον εκφοβισμό (cyber bullying).

Στατιστικά που προκαλούν προβληματισμό
Η εικόνα δεν περιορίζεται σε μεμονωμένα περιστατικά. Μόνο το πρώτο εξάμηνο του 2025 συνελήφθησαν 433 ανήλικοι για υποθέσεις βίας, ενώ οι κατηγορούμενοι για σωματικές βλάβες ξεπέρασαν τους 3.300. Παράλληλα, εκατοντάδες δικογραφίες σχηματίστηκαν για κατοχή και χρήση ναρκωτικών ουσιών.
Οι αριθμοί αυτοί αναδεικνύουν μια σκληρή πραγματικότητα: η νεανική βία παύει να είναι «παραφωνία» και μετατρέπεται σε σταθερή τάση, με κοινωνικές και πολιτικές προεκτάσεις.
Μπροστά σε αυτή την εικόνα, η κυβέρνηση επισπεύδει την εφαρμογή του Safe Youth Wallet, της ψηφιακής εφαρμογής που θα δίνει στους γονείς τη δυνατότητα να ελέγχουν τη χρήση εφαρμογών από τα παιδιά τους. Παράλληλα, εξετάζεται σοβαρά το ενδεχόμενο να τεθεί όριο ηλικίας 16 ετών για τη χρήση social media, στο πρότυπο μέτρων που εφαρμόζονται ήδη σε χώρες όπως η Αυστραλία.
Η κοινωνία βρίσκεται πλέον απέναντι στον καθρέφτη της και καλείται να αντιμετωπίσει τις συνέπειες των λανθασμένων χειρισμών του παρελθόντος.
Η λογική είναι απλή: η ανεξέλεγκτη έκθεση των εφήβων σε διαδικτυακά περιβάλλοντα υψηλής τοξικότητας (εκφοβισμός, grooming, παραπληροφόρηση) συνδέεται άμεσα με τα αυξημένα κρούσματα βίας στον φυσικό κόσμο.
Η βία στα σχολεία δεν είναι αποκομμένη από τις γενικότερες κοινωνικές συνθήκες. Οι ανισότητες, η έλλειψη πρόληψης και ψυχολογικής στήριξης, αλλά και η υπερβολική έκθεση στα social media δημιουργούν ένα εκρηκτικό μείγμα. Οι εκπαιδευτικοί μιλούν για «παιδιά πιο σκληρά από τις γενιές πριν» και για σχολεία που καλούνται να λειτουργήσουν ως χώροι εκπαίδευσης αλλά και αποσυμπίεσης μιας κοινωνικής κρίσης που δεν αντιμετωπίζεται αλλού.

Η επόμενη μέρα
Οι ειδικοί, πάντως, υποστηρίζουν ότι η κατασταλτική αντιμετώπιση του φαινομένου όχι μόνο δεν θα επιλύσει το ζήτημα αλλά, πιθανότατα, να το επιδεινώσει. Αν και τα μέτρα ψηφιακού ελέγχου θεωρούνται ένα πρώτο βήμα, οι ειδικοί τονίζουν ότι δεν αρκούν: χρειάζεται ενίσχυση της ψυχολογικής στήριξης στα σχολεία, συστηματική εκπαίδευση των παιδιών γύρω από την ασφαλή χρήση του διαδικτύου και κυρίως συνεργασία οικογένειας–σχολείου–κράτους.
Την ίδια ώρα που η κοινωνία «σοκάρεται» από την ακραία βία ανηλίκων, πηχυαίοι τίτλοι και των τρομολαγνικές αναλύσεις προκαλούν τόσο επικοινωνιακό θόρυβο που τελικά θολώνουν την πραγματικότητα – που ναι μεν είναι ανησυχητική αλλά δεν χρήζει ηθικού πανικού. Αντίθετα, απαιτεί αναστοχασμό και συλλογική δράση που θα έχει στο κέντρο της τα παιδιά.
Η «έκρηξη βίας» με το άνοιγμα των σχολείων είναι ένα ηχηρό καμπανάκι: η κοινωνία δεν μπορεί να αρκεστεί μόνο σε στατιστικές και εφαρμογές, αλλά οφείλει να αντιμετωπίσει τη ρίζα του προβλήματος – την ανασφάλεια, την πίεση και την απουσία ουσιαστικής στήριξης στις ζωές των εφήβων.

